Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριεσ ανθρωπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστοριεσ ανθρωπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Λόγω Νίκου


  • Σκεφτόμουν πριν από λίγες ημέρες τους ανθρώπους που άλλαξαν τον κόσμο, με αφορμή το ξεδιάλεγμα βιβλίων που έκανα στη βιβλιοθήκη του άρη, ο οποίος μάλλον θα κάνει καιρό να ξαναδιαβάσει βιβλίο, λόγω που βρήκε δουλειές με φούντες, σχεδόν κυριολεκτικά και οπωσδήποτε μεταφορικά.
  • Κοιτούσα ποιά βιβλία θα κρατούσα, μιας και ο Άρης δεν τα θέλει πια, και είδα διάφορα πολιτικά, κάποιες βιογραφίες και αρκετά περί αρχαίων ελλήνων σοφών. 
  • Μερικά τα ήξερα, άλλα όχι και για πολλά ακόμα είχα μία γενική ιδέα, ενώ δεν ήταν και λίγα αυτά που είχα διαβάσει πριν από κάτι
     αιώνες και τα θυμήθηκα εκεί, επί τόπου.
  • Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει, όταν σκοντάφτεις πάνω σε βιβλία παλιά και τα βλέπεις από άλλη οπτική γωνία, όχι αυτή του περίεργου νέου αλλά του έμπειρου ενήλικα. Και βλέποντας αυτή την αλλαγή πάνω μου, αν και δεν είμαι και τόσο έμπειρη από τη ζωή όσο θα φαντάζεται κανείς ακούγοντάς με, είπα μέσα μου ότι, να που αυτό δεν το ήξερα και να που το έμαθα.
  • Διαβάζοντας αυτές τις βιογραφίες, λοιπόν, σε νεαρή ηλικία, είχε γεννηθεί μέσα μου η επιθυμία να αλλάξω τον κόσμο κι εγώ, όπως όλες αυτές οι προσωπικότητες, να αφήσω το χνάρι μου να μην είναι το πέρασμά μου από τη γή μάταιο ή αδιάφορο αλλά σημαντικό και σπουδαίο.
  • Πολλές βιογραφίες παρεμβλήθηκαν, πολλές όχι μόνο γραπτές αλλά και δια ζώσης ορισμένες τις είδα να εκτυλίσσονται,  άλλες μυθικές και άλλες κοινότοπες και άλλες χαμένες στα βάθη του χρόνου. Μετά από όλες αυτές τις βιογραφίες, είδα ότι οι μεγάλες ψυχές που άλλαξαν τον κόσμο δεν το έκαναν για να αλλάξουν τον κόσμο αλλά για να ικανοποιήσουν κάτι που υπήρχε μέσα τους, ένα άσβεστο ταλέντο, μία ακατανίκητη περιέργεια, έναν πόθο ή αρκετές φορές μία τρελή, τρελή ιδέα.
  • Δεν σκέφτονταν κάτι όπως "εγώ τώρα θα αλλάξω τον κόσμο" αλλά περισσότερο κάτι όπως "κι αν κάνω αυτό τί θα γίνει;" ή ίσως "αν δεν το κάνω θα σκάσω!", πολύ συχνά κόντρα στην κοινή αποδοχή και όχι για χάριν αυτής όπως νομίζουμε ότι είναι δυνατόν να αλλάξει ο κόσμος.
  • Και τελικά κάνοντας αυτό στο οποίο ήταν καλοί και τους άρεσε, παρά τις προτροπές των δικών τους και συχνά εις βάρος της προσωπικής τους ζωής, άλλαξαν τον κόσμο κατά λάθος στην ουσία και έτσι, παρά τα ελαττώματα τους και παρά τις υπόλοιπες ανθρώπινες αδυναμίες τους, δεν έμειναν στην ιστορία ώς εγωιστές, ανασφαλείς ή ματαιόδοξοι, όπως μάλλον θα ήταν όπως κι εμείς οι μη-αλλάξαντες τον κόσμο, αλλά έμειναν στην ιστορία ως νεύτωνες, πυθαγόρες, φλέμινγκ, ένα σωρό άλλος κόσμος.
  • Κάπου εκεί αναρωτήθηκα επίσης που πήγε αυτός ο ενθουσιασμός που είχα κάποτε για διάβασμα.
  • Δεν είναι μόνον ότι δεν "τρώω" τα βιβλία όπως παλιά, αλλά ούτε καν στο διαδίκτυο, ούτε στις εφημερίδες, ούτε το τουήτερ και το φέσημπουκ, ούτε τα άρθρα ούτε τα δοκίμια, ούτε τίποτα, όλα τα βρίσκω ίδια και επαναλαμβανόμενα, όλα τα βρίσκω χιλιοειπωμένα, ειδικά τις νεο-ελληνικές άναρθρες κραυγές και όπως έλεγα σε μία συζήτηση με άτομο εκ της βλογόσφαιρας, όλα μου φαίνονται θλιβερά, σαν να είναι η πραγματικότης υπό την επήρρεια μίας λουντεμίασης, από την τέχνη, τα μμε, τη πολιτική και τις σειρές, μέχρι ακόμα και τις απλές καθημερινές επικοινωνίες, μία ανόητη μιζέρια του στύλ που έλεγα ότι επιτέλους θα ξεφορτωνόμουν αλλά με πρόλαβε η κρίση και γέμισε ο τόπος χαμηλοβλεπούσες και χαμηλοβλεπούσους, από τη μία, και  μαϊντανούς της επανάστασης, γεμάτους κλισέ από το "ένα παιδί μετράει τ'άστρα" σα να μην πέρασε ένας αιώνας από τότε.
  • Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ένιωσα.
  • Διαβάσματα σημαντικά, περί θρησκείας και πολιτικής, περί ιδεολογίας και ιστορίας, απλά δεν με ενδιαφέρουν άλλο.
  • Απόρησα με τον εαυτό μου.
  • Η αλήθεια είναι ότι εδώ και καιρό, με είχε απασχολήσει το εξής ερώτημα, το κατά πόσο είμαστε προϊόντα ή παραγωγοί των αναγνωσμάτων μας. Επιλέγουμε τα αναγνώσματά μας βάσει της φύσης μας, της προσωπικότητας και των γούστων μας, αλλά πιο σημαντικό από όλα βάσει των ήδη σχηματισμένων ιδεών μας, πράγμα που σημαίνει ότι διαβάζοντας δεν μαθαίνουμε κάτι νέο ούτε αλλάζουμε το ποιοί είμαστε, αλλά περισσότερο επιβεβαιώνουμε όσα ήδη ξέρουμε και, αν είμαστε τυχεροί, ίσως τα εμπλουτίσουμε λιγάκι, αλλά στην ουσία διαβάζουμε όσα μας κάνουν να νιώθουμε ωραία.
  • Και αναρωτήθηκα, πόση πνευματική ώθηση χρειαζόμαστε για να κάνουμε το αυτονόητο; Πόση πνευματική ώθηση χρειαζόμαστε για να κάνουμε σωστά και καλά τη δουλειά μας, για να ζήσουμε τη ζωή μας ή για να βοηθήσουμε τον διπλανό μας; Ποιά ποσότητα τέτοιου πνευματικού "καύσιμου" χρειάζεται ο κάθε ένας από εμάς απλά και μόνο για να μπορεί να ζήσει στην κοινωνία των ανθρώπων ως απλός άνθρωπος, πόσο μάλλον για να αλλάξει τον κόσμο;
  • Μία μητέρα, πόσα διηγήματα της λένας μαντά χρειάζεται για βρεί το σθένος να πλύνει τα πιάτα σήμερα;
  • Η απάντηση είναι : κανένα.
  • Τα βιβλία δεν είναι για να αλλάξουν τον οποιονδήποτε. Είναι απλά για να μας αρέσουν και ένα σωρό άνθρωποι που δεν διάβασαν τίποτα είχαν καλές ζωές, από όσο μπορεί κανείς να κρίνει τη ζωή του άλλου. Αυτοί που διαβάζουν τα βιβλία φυσικής δεν είναι αυτοί που χρειάζονται να τη μάθουν αλλά αυτοί που ήδη την ξέρουν και την εκτιμούν, αυτοί που ήδη είναι φυσικοί, ένα παράδειγμα εκ του προχείρου.
  • Άρα, αν δεν διαβάσαμε ένα εκπληκτικό άρθρο ή ίσως ένα συνταρακτικό βιβλίο, αυτό που χάσαμε ίσως ισοδυναμεί με την κουβέντα με έναν φίλο που δεν κάναμε ή με ένα ποτήρι κρασί που δεν ήπιαμε, μιας και το ποιός είμαστε δεν αλλάζει αλλά μόνο παλιώνει και είναι πολλοί οι τρόποι να γίνει αυτή η "ζύμωση" για τον κάθε έναν μας ξεχωριστά, και το διάβασμα είναι μόνο ένας από αυτούς.
  • Άλλοι πρέπει σαν τραγικοί ήρωες να βουτηχτούν στα κρίματα, άλλοι στην βιοπάλη, άλλοι στις ιδέες και στις δράσεις. Άλλοι δεν ωριμάζουν ποτέ, όσο κι αν διαβάσουν, όσο και αν παλαίψουν ή αν δράσουν και όλοι οι μορφωμένοι σφαγείς της ιστορίας αποτελούν παράδειγμα για αυτό, για να μην αναφέρω τους νεο-μαϊντανούς που διαβάζουν τίτλους για να λένε ότι τους διάβασαν και μετά κάνουν σόπινγκ θέραπι για να συνέρθουν από το σοκ πρωτού πάνε στο κλαμπ να επιδείξουν την θαυμαστή τους νεο-αποκτηθείσα ευκαιρία για προβολή με συνοδεία μοντέρνου ποτού και επίσης μοντέρνου γκόμενου σε στύλ αρτιστίκ.
  • Για να μην αναφέρω και τους ψωνισμένους δήθεν ιδεολόγους που επειδή διαβάσαν κούντερα ή νίτσε σνομπάρουν τους λοιπούς και νομίζουν ότι όποιος διαβάσει είναι μπήχτης και πολύς ενώ όποιος δουλεύει και παράγει έργο στην κοινωνία είναι χειρωνάκτης και του μιλούν λες και η ντομάτα που τρώει με περισσό στύλ δε βγαίνει από το χώμα και την κοπριά αλλά έπεσε από τον ουρανό γυαλιστερή με παρθενογέννεση για να μην λερώσει τα χέρια του ο ψωνισμένος. Καλός και ο κούντερα, αν και εγώ δεν τον αντέχω, αλλά η καλλιέργεια είναι στο ήθος και το ήθος δεν διαβάζεται.
  • Αλλά είναι μέσα στην ειρωνία της ζωής, να πρέπει πρώτα να έχεις ζήσει για να καταλάβεις τί σήμαινε η αρχή και να έχεις διαβάσει ένα σωρό βιβλία για να δείς ότι τελικά δεν ήταν και τόσο σπουδαίο να διαβάζεις, μιας και η ζεστασιά που σου προσφέρουν δεν είναι επειδή γίνεσαι καλύτερος αλλά επειδή σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Σα να μην έφταναν όλα τα άλλα

Δε με πειράζει που, ως γυναίκα, είμαι στο έλεος χιλιάδων ορμονών ανά δευτερόλεπτο.
Δεν με πειράζει που μερικές μέρες το μήνα περιορίζομαι και μένω μακριά από ορισμένα πράγματα που μου αρέσουν, ούτε με πειράζει ο πόνος της γέννας.
Δε με πειράζει που, πάλι ως γυναίκα, η γοητεία μου κρατά λιγότερο και μόλις φύγει αυτή, θα χαθεί και η επιρροή μου.
Δεν πειράζει που όσο έχω αυτή τη γοητεία δύσκολα με παίρνει κανείς στα σοβαρά, ούτε με πειράζει που μερικοί-μερικοί με βλέπουν μόνο ως αυτό που έχω ανάμεσα στο πόδια μου.
Δεν με πειράζει που εκτός από αυτά, έχω και την ευθύνη των πάντων, από τον μεγάλο άντρα πίσω από τον οποίο κρύβομαι και το καράβι που σέρνω, μέχρι τις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές, παιδιά, εγγόνια, ανήψια, σόγια, και λοιπά.
Δεν με πειράζει που πρέπει να κουβαλάω κι άλλων τα "μπαγκάζια", μαζί με τα δικά μου.
Δεν πειράζει που οι διαθέσεις μου αλλάζουν σαν τον άνεμο και που κανείς δε με καταλαβαίνει.      
Δε με πειράζει καν που για να γίνω αρεστή και αποδεκτή πρέπει τον ήδη εξαίσιο εαυτό μου να τον καλλωπίσω κι άλλο, να τον φτιασιδώσω τόσο που να μην γνωρίζομαι, τόσο εμφανισιακά όσο, κυρίως, συναισθηματικά.
Δε με πειράζει που όσο καλή και αρεστή κι αν είμαι, μία μέρα αργότερα θα με προσπεράσει κάποια άλλη, μίας μέρας νεότερη.
Δεν με πειράζει που μου λένε, όποτε με πνίγει το δίκιο, ότι φταίνε "οι ορμόνες μου" ή ότι έχω περίοδο πάλι.
Δε με πειράζει που ο μόνος τρόπος να με ακούσουν είναι να γίνω στρίγγλα.
Δε με νοιάζει που, στην οικογένειά μου, πρέπει να είμαι από γιατρός και διαιτολόγος, μέχρι ψυχολόγος, σεφ, καθαρίστρια, δικτάτορας και κλόουν ταυτόχρονα, και επειδή όλα αυτά περνούν από το χέρι μου, μόλις πάει κάτι στραβά να σηκώσω και το βάρος της ευθύνης μόνη.
Δεν με πειράζει που δεν μπορώ να εξηγήσω σε κανέναν ακριβώς τί είναι αυτό που θέλω τελικά, παρόλο που στο μυαλό μου είναι ξεκάθαρο σαν το πρώτο φως του ήλιου.
Σε όλα αυτά είμαι συνηθισμένη εδώ και χιλιετίες, είμαι γενετικά σχεδιασμένη να τα φέρνω βόλτα και τα αντέχω.
Αυτό που με πειράζει, είναι ο άκαμπτος δυνάστης που με σφίγγει σα μέγγενη κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο, το αχαρακτήριστα βάναυσο
σουτιέν.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Ισπανικό


  • Είχα διαβάσει κάποτε  πριν από πολλά χρόνια, ότι το να γνωρίζει κανείς δεύτερη γλώσσα στην οποία να μπορεί να εκφράζεται αποτελεί κάποιο είδος ψυχοθεραπείας, κατά την οποία υπερβαίνει κάποιος τη συνήθη έκφρασή του και έχει πλέον τη δυνατότητα με την υπέρβαση αυτή να εκφράσει κάτι που μέχρι τώρα δεν μπορούσε να εκφράσει.
  • Έτσι, όταν τελικά ήρθε ο μανού τσάο και είπε me llaman calle τότε δεν ξέρω γιατί, ή μάλλον ξέρω πολύ καλά, ένιωσα ότι είναι πολύ καλύτερο να λες me llaman calle παρά να πείς με λένε δρόμο, με τον ίδιο ίσως τρόπο που είναι ασύγκριτα καλύτερο και πιο απελευθερωτικό να λες με λένε δρόμο παρά manier om te sê ή ότι λέει ο καθείς στη γλώσσα του.
  • Ίσως για αυτό αι γυναίκαι θέλουν να ακούνε ζετέμ αντί για σ'αγαπώ και ίσως είναι πιο μάγκικο να λες φακ γιου αντί για άει γαμήσου.
  • Αυτό που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι όταν, μετά από μία ζωή αγγλικών στίχων και ξένης μουσικής, ο Graham δήλωσε ότι για κάποιο λόγο η Ελληνική γλώσσα του προσέφερε πιο ικανοποιητική αίσθηση κατά την έκφραση, και ενώ γνώριζα περί ξένης γλώσσας και έκφρασης, το βρήκα εξαιρετικά παράξενο, γιατί για εμένα η γλώσσα η ξένη ήταν τα αγγλικά και συνεπώς ήταν για εμένα πιο ικανοποιητικό να λέω άει γαμήσου στα αγγλικά, καθώς και ένα σωρό άλλα πράγματα.
  • Άκου τώρα, για παράδειγμα.
  • Δεν είναι ΕΝΤΕΛΩΣ διαφορετικό να λές ατελείωτη θλίψη από το απόλυτα αισθαντικό infinita tristezza;



Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Η λεπτή διαφορά μεταξύ φάσεως και αφασίας

Από τότε που σε γνώρισα, σε ακούω να λες ότι περνάς φάση.

Την πρώτη φορά είπα, εντάξει, φάση είναι θα περάσει. Τη δεύτερη και την τρίτη έδωσες κάποιες λογικοφανείς και όχι εντελώς παράλογες προφάσεις, όπως ο στρατός, η δουλειά το ένα το άλλο.

Αλλά ξέρεις τι, ρε φίλε;

Όλο φάσεις περνάς και δε σε θυμάμαι να μην περνάς φάση ποτέ, μία περίοδο που να μην έχεις υπαρξιακά, που να μην έχεις φορεμένο προσωπείο οσιομάρτυρα και να μην κλείνεσαι στον εαυτό σου με βλοσυρό βλέμμα.

Καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά δεν ήταν φάση, αλλά οι δικαιολογίες που λες στον εαυτό σου για να μην παραδεχτείς το αδιαμφισβήτητα αυταπόδεικτο γεγονός ότι είσαι ένας πουθενάς, ένας ανθυπομηδένας, που η μόνη του αρετή είναι η επιφανειακή σοβαρότης, που καλύπτει την εσωτερική έλλειψη στόχων και επιτευγμάτων.

Απόδειξέ μου το αντίθετο. Μη μου πείς ότι είσαι καλό παιδί και φιλοσοφημένο. Όλοι καλά παιδιά είναι και από φιλόσοφους γέμισε ο τόπος. Τί έχεις πετύχει, ποιά είναι τα έργα σου και οι ημέρες σου ως τώρα. Τί κέρδισε η γη έχοντας επενδύσει στη γέννησή σου, αυτό θέλω να ξέρω. Τί έχεις συνεισφέρει στον "κουμπαρά" του κόσμου;

Ή μήπως μόνο τη μιζέρια σου και την ακατάπαυστη γκρίνια σου, την υπεροπτική σου ειρωνεία έχεις αφήσει παρακαταθήκη σε όσους ατυχείς, παρερμηνεύοντας την βλοσυρότητά σου ως βάθος χαρακτήρα, μένουν κοντά σου; Γιατί δεν είναι και λίγοι εκείνοι που ξεγελιούνται από την αλαζονεία σου και νομίζουν ότι επειδή κάνεις σαν χαζογκόμενα (δε μου αρέσει αυτός, εκείνο μου βρωμάει, το άλλο μου μυρίζει,) ότι είσαι υπεράνω.

Ξέρε, φίλε που όλο φάσεις περνάς, ότι γνώμες έχουν όλοι. Η αξία δεν προφέρεται, κερδίζεται μέρα με τη μέρα όχι μόνο στην εργασία που έχει ο καθένας αλλά και στο πόσους ανθρώπους βοηθά, κάνει ευτυχισμένους, πόσοι άνθρωποι έχουν κάτι καλό να σου προσάψουν ή να παραδεχτούν για εσένα. Όχι με ψευτο-υπαρξιακά θεατρινίστικα ναζάκια, παριστάνω ότι σκέφτομαι άρα υπάρχω κοινωνικά και πουλάω μούρη για ποιοτικός... Στο βάθρο της αξίας δεν βάζεις εσύ τον εαυτό σου επειδή χωρίς να κάνεις τίποτα αυτο-χρίστηκες άξιος, αλλά σε ανεβάζουν οι άλλοι ως αναγνώριση μετά από μία ζωή γεμάτη προσπάθεια και σκληρή δουλειά.

Κι αν νομίζεις ότι είσαι κάτι άλλο επειδή περνάς φάση (τα τελευταία είκοσι χρόνια), τότε μάθε και τούτο: όλοι φάσεις περνάμε, αλλά δεν το κάνουμε και θέμα. Όλοι έχουμε πρόβλημα με τις δουλειές μας, με την οικογένειά μας, με το ταίρι μας ή με την υγεία μας, όλοι περνάμε κατάθλιψη, όλοι κάποια στιγμή δεν έχουμε όρεξη ούτε για τον εαυτό μας μερικές φορές, αλλά λέμε καλημέρα και καλησπέρα, όλοι ανεχόμαστε τον συνάνθρωπο όχι λόγω έλλειψης δυναμισμού ή χαρακτήρος, αλλά μέσα από την συνειδητοποίηση ότι όλοι τα ίδια σκεφτόμαστε και, μέσες-άκρες, όλοι τα ίδια περνάμε.

Γιατί αν περιμένεις να είναι όλα ιδανικά για να πείς καλημέρα ή καλησπέρα, αν περιμένεις να είναι σωστή η μουσική, σωστή η διακόσμηση, σωστό το φαγητό, σωστοί οι άνθρωποι σωστά τα πάντα για να συμμετέχεις στην κοινή ζωή, τότε θα περιμένεις πολύ.

Και με τη δουλειά που κάνεις, αυτό δεν είναι και το καλύτερο.

Δεν θα ξανα-ασχοληθώ μαζί σου γιατί με κούρασες. Βαρέθηκα να περιμένω πότε θα σου περάσει η φάση για να μας κάνεις την τιμή να πιείς ένα καφέ μαζί μας ή να δικαιολογώ τις χοντράδες σου και την αγένειά σου λόγω "φάσης".

Κατανοώ ότι δεν μπορείς να αλλάξεις το ποιός είσαι. Επίσης κατανοώ ότι οι δυσλειτουργείες αποτελούν τραυματικά κατάλοιπα. Ξέρω όμως ότι όταν κάποιος έχει καλή θέληση, και είναι ενήλικος, τότε τουλάχιστον κάνει μία προσπάθεια όχι να είναι αρεστός αλλά να μην προσβάλει τους γύρω του με την γαϊδουριά του και να μην φέρνει τους φίλους του στη δύσκολη θέση να δικαιολογούν την σκατένια του συμπεριφορά σε τρίτους ή ακόμα και να ντρέπονται για αυτόν.

Και κάτι τελευταίο. Κύριος δεν είσαι ανάλογα με τις συνθήκες αλλά, τις περισσότερες φορές, κόντρα στις συνθήκες. Κύριος λέγεσαι όταν ξέρεις τι να κάνεις και πως να φερθείς, από μόνος σου και ανεξάρτητα από το ποιόν του συνάνθρωπου, διότι το να είναι κανείς κύριος αποτελεί στοιχείο του καθενός, όπως το να είσαι ψηλός ή να σου αρέσουν οι τηγανητές πατάτες: δεν το κάνεις μόνο όταν βολεύουν οι περιστάσεις αλλά πάντα είσαι έτσι ανεξάρτητα από το περιβάλλον.

Έτσι είναι οι κύριοι, φέρονται όπως πρέπει, ακόμα και όταν είναι λίγο ανόρεχτοι ή όταν κάτι τους την έχει "σπάσει", όχι να κυκλοφορούν με μονίμως ξυνισμένη μούρη νομίζοντας ότι το να είσαι αγενής είναι σημάδι ανωτερότητος. Αν είχες νοιαστεί λιγάκι για κάποιον πέραν του εαυτού σου, θα ήξερες ότι ο πραγματικά ανώτερος άνθρωπος βλέπει με συμπάθεια και κατανόηση αυτούς που έχουν μικρότερη μόρφωση ή καλλιέργεια γιατί γνωρίζει ότι ο κάθε ένας από εμάς παίζει κάποιο ρόλο στον κόσμο και ότι κάτι έχει να προσφέρει, πάντα. Ο πραγματικά ανώτερος άνθρωπος, δεν είναι ούτε αλαζόνας, ούτε υπερόπτης, ούτε κακομαθημένος.


Αν δε σου αρέσει το περιβάλλον σου και το θεωρείς τόσο απαίσιο πια, τότε κάνε μας τη χάρη και άλλαξέ το.
Οι φάσεις είναι για τα δεκαπεντάχρονα.
Είσαι ενήλικος, πράξε αναλόγως.



Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Μεγάλο κρίμα (πως έχασα έναν πελάτη)

Θα αρχίσω τα δασκαλίστικα πάλι, οπότε συνεχίζεις, αναγνώστα, με δική σου ευθύνη.

Πριν από κάμποσα χρόνια ήταν ένα κοριτσάκι στην τάξη μου. Το κοριτσάκι αυτό ήταν πολύ αδύναμο στα μαθήματα αλλά, παραπάνω από αυτό, με ανησυχούσε σαν δασκάλα το γεγονός ότι έδειχνε μπερδεμένη σε όλα τα ζητήματα, πράγμα που ήταν προφανές όχι μόνο από το απλανές βλέμμα της αλλά και από την δυσκολία που αντιμετώπιζε να απαντήσει απλά ερωτήματα  όπως "Γιατί σου άρεσε αυτή η ταινία" ή άλλα που θέτουμε εμείς οι δάσκαλοι όταν θέλουμε να κάνουμε τα παιδιά να γράψουν έκθεση ή να εξασκηθούν στα προφορικά. Συμπεριφερόταν σαν χαζό.
Τι επιπλέον ώρες χωρίς χρέωση, τί απλοποίηση της ύλης, τί σκύψιμο πάνω από το θρανία...Με τίποτα  η κοπελίτσα αυτή δεν έδειχνε να μπορεί να ξεδιαλύνει το μπέρδεμα εντός της.
Εκτός από αυτή της την αδυναμία, το δεύτερο πιο ευδιάκριτο γνώρισμά της ήταν ότι οι γονείς της ήταν πλούσιοι. Φορούσε τα καλλίτερα ρούχα, τα μαλλιά της ήταν πάντα αυτό που λέμε "στην πέννα", φορούσε και χρησιμοποιούσε τα πιο μοδάτα αξεσουάρ. Η κασετίνα της ήταν γεμάτη πανέμορφα μολύβια, σβήστρες διαφόρων χρωμάτων και αρωμάτων, βραχιολάκια, κολιεδάκια, κοκ, την σχηματίσατε την εικόνα, θαρρώ.
Μία μέρα, ήρθε στο μάθημα με γούνα.

Τώρα, δεν θέλω να σχηματιστεί η λάθος εικόνα. Δεν έχω τίποτα εναντίον όλων αυτών των πραγμάτων και αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να αποκτά όμορφα πράγματα, τότε ας το κάνει και με γειά του με χαρά του. Αυτό που έβλεπα με επιφύλαξη ήταν το βλέμμα της. Της έλεγα "Βάζουμε την κατάληξη -ing" και με κοιτούσε όπως ο πρωτόγονος το αεροπλάνο.

Δεν μπορεί, έλεγα, δεν μπορεί. Κάτι, κάπου μέσα στο κρανίο της πρέπει να λειτουργεί, αφού όταν παίζει με τα άλλα παιδάκια είναι μία χαρά, συζητά, γελά και συμμετέχει. Είτε κάνω κάτι λάθος, είτε κάτι άλλο συμβαίνει.

Το μυστήριο βρήκε τη λύση του όταν συνάντησα την μαμά. Η ματαιοδοξία αυτής της γυναίκας ήταν τόση που δεν επέτρεπε τίποτα άλλο στη ζωή της ούτε στη ζωή του κοριτσιού. Και, επειδή είμαι πολύ μεγάλο ρεμάλι, σκέφτηκα να "ψαρέψω" λίγο τη μαμά για να βεβαιωθώ για το συμπέρασμά μου λέγοντας "Μα τί όμορφη που είναι!".  Η εν λόγω μαμά αμέσως έχαψε αμάσητο το δόλωμα και μου εγκωμίασε επί μακρόν και με ενθουσιασμό τα κάλλη της θυγατέρας της, συνεχίζοντας με σχόλια για τις διακοπές τους στο τάδε ρηζόρτ και το ποιοί εκλεκτοί καλεσμένοι είχαν παινέσει την ομορφάδα του κοριτσιού.

Να, λοιπόν, το πρόβλημα. κανείς δε μιλούσε στο παιδί αυτό . Κανείς δεν της έμαθε να σκέφτεται τον κόσμο γύρω της παρά μόνο να ζώνεται και να περιφέρει γυαλιστερά πράγματα. Αυτό  είναι και το δυσκολότερο στη δουλειά ενός δάσκαλου, να μάθει στο παιδί να σκέφτεται, όταν το περιβάλλον του όχι μόνο δεν το βοηθά αλλά, ακόμα χειρότερα, το αποτρέπει.

Γενικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν μπορείς να κάνεις και πολλά. Για αρχή βρήκα εξαιρετικά δύσκολο να της μάθω να βλέπει τί υπάρχει μπροστά στα μάτια της. Ειλικρινά, όταν της έλεγα "Σε αυτή την πρόταση λέει is  ή are; κοιτούσε την πρόταση και δεν το έβλεπε. Την έβαζα να ξαναδιαβάσει φωναχτά την πρόταση και μόλις έφτανε στη λέξη πετάγονταν ξαφνιασμένη με ένα επιφώνημα "Α! Νάτο!"

Έπρεπε να της μάθω την εξυπνάδα.

Η ιστορία διεκόπη απότομα όταν κάποια μέρα μία κοινή γνωστή, δική μου και την μάνας, με συνάντησε σε κάποιο μαγαζί. Επειδή αυτή η γνωστή για εμένα δεν ήταν απλώς γνωστή αλλά οικογενειακή φίλη, μπορούσα να μιλώ πιο ελεύθερα. Το κακό ήταν ότι δεν είχα δει τη μάνα που ήταν πίσω από κάτι ράφια. Δεν γνωρίζω για ποιό λόγο δεν εμφανίστηκε η ίδια αλλά η γνωστή μου με ρώτησε για το κοριτσάκι αυτό. Και τα είπα χύμα. Χρησιμοποίησα σκληρές λέξεις, όπως "στην ουσία παρατημένο" και ήμουν απόλυτη. Το πρόσωπο της γνωστής μου σκοτείνιασε απότομα και τότε κατάλαβα τη γκάφα μου. Βρήκα μία δικαιολογία κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Την επόμενη ημέρα πρωί-πρωί το παιδί διέκοψε τα μαθήματα.


Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστεύω ότι η μάνα θα άλλαξε τη στάση της ως προς την ανατροφή που έδινε στο κοριτσάκι, αλλά από την άλλη έχω μεγάλη πίστη στην πολυμορφία της ανθρώπινης μοίρας που καθημερινά μας εκπλήσσει, θρήσκοι γονείς να βγάζουν αναρχικά παιδιά, διαμάντια να βγαίνουν μέσα από βούρκους και , στην συγκεκριμένη περίπτωση, μία εν δυνάμει μπάρμπι να γίνει μεγαλώνοντας έξυπνη και σωστή γυναίκα.

Θα ήταν πολύ κρίμα, αν έχει κάποιο ταλέντο ή κάποια δύναμη το μυαλό της, να πήγε χαμένη με τόσο μάταιο τρόπο, να καταλήξει άλλη μία χαζογκόμενα που ταλαιπωρεί τους γύρω της και κρίνει τους άντρες από το αυτοκίνητό τους.

Ελπίζω να μην έγινε έτσι.


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Τακτ και τρόποι

Είναι γνώρισμα του έξυπνου ανθρώπου να έχει αίσθηση της σωστής συμπεριφοράς σε κάθε κατάσταση.

Και ενώ υπάρχουν ένα σωρό συγγράμματα για το σαβουάρ βίβρ των σαλονιών, δεν υπάρχει τίποτα για το σαβουάρ βίβρ της ταβέρνας, το οποίο απέχει έτη φωτός από την δύσκαμπτη και υποκριτική ξυνίλα που αποπνέει το τόσο επιτηδευμένο πειθάρχημα των αισθημάτων.

Καταρχάς, το ντύσιμο.
Στην ταβέρνα δεν πρέπει επ' ουδενί λόγω να είναι κανείς ντυμένος υπερβολικά καλά και αυτό όχι γιατί θα έχει κανείς πρόβλημα, αλλά απλά είναι το περιβάλλον τέτοιο που πρακτικά δεν επιτρέπει και πολλά. Αν πας για παράδειγμα με τη γούνα, τότε στο τέλος της βραδυάς θα στεναχωρηθείς που θα μυρίζει τσίκνα και τσιγαρίλα. Αν πας με το κοστούμι, δεν θα μπορέσεις να απλωθείς με την άνεσή σου όταν το κρασάκι κάνει το θαύμα του. Αν πας με κοστούμι ή γούνα στην ταβέρνα, τότε δείχνεις υπερβολική ανασφάλεια και νεοπλουτισμό με τα οποία κανείς δεν έχει πρόβλημα αφ'ενός, αν νοιάζεσαι για το αν σε πουν ψωνισμένο μην το κάνεις αφ' ετέρου. Δεν είπαμε να πας σα γύφτος, αλλά μην σκάσεις μύτη και σαν δούκας.

Ανάλογα, και οι τρόποι μας πρέπει να ταιριάζουν με την άνεση και τη χαλαρή ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος: για να χαλαρώσουμε εμείς πρέπει και οι τριγύρω μας να είναι ήρεμοι, όχι σφιγμένοι και στην τσίτα να μετράνε ο ένας τα πηρούνια του αλλουνού, ή αν κοίταξε στραβά ο ένας τον άλλον, ούτε αν αντί "σεις" είπε κάποιος "σας".

Μπαίνοντας στην ταβέρνα, δεν περιμένουμε φανφάρες και τσιριμόνιες ούτε υποκλίσεις. Μόνοι μας θα καθήσουμε σε όποιο τραπέζι βρούμε, θα βγάλουμε το παλτό μας και είτε θα το κρεμάσουμε σε κάποιο καλόγερο ή κρεμάστρα υπάρχει ή σε κάποια καρέκλα, χωρίς να τραβήξουμε την καρέκλα για την γυναίκα της παρέας, Αυτή η ψευτο-αβρότητα κρύβει μεγάλη υποτίμηση για τις γυναίκες καθώς αποτελεί κατάλοιπο τρομερά βίαιων και άδικων ανδρικών κακοποιήσεων. Μόνη της θα κάτσει, αλλά και μόνη της θα αποφασίσει πως θα περάσει απόψε, μαζί σου, τί θα πιεί, τί θα φάει και πόσο θα γελάσει και σε ποιόν θα μιλήσει. Σαν κυρία του εαυτού της.

Μόλις καθήσουμε, θα έρθει κάποιος να ετοιμάσει το τραπέζι. Όταν συμβεί αυτό τότε αντί να περιμένουμε αμέτοχοι είναι καλό να συμμετέχουμε στο στρώσιμο του τραπεζιού σηκώνοντας και κρατώντας στον αέρα τυχόν αντικείμενα που βρίσκονται στο τραπέζι, όπως τασάκια, τιμοκατάλογους, αλατιέρες τα κλειδιά μας, κοκ μέχρι να απλώσει ο σερβιτόρος το κλασσικό χάρτινο από πάνω πλαστικό από κάτω τραπεζομάντηλο. Αν θέλουμε μπορούμε και να στερεώσουμε το τραπεζομάντηλο με τα γνωστά σε όλους πιαστράκια στο πλάι του τραπεζιού.

Όταν έρθει ο σερβιτόρος που θα πάρει την παραγγελία μας, τότε απλά παίρνουμε ότι θέλουμε χωρίς; πολλές τζιριντζάντζουλες και δεν ζαλίζουμε το κόσμο με υπερβολικές απαιτήσεις όπως βιολογικά, χωρίς το ένα, χωρίς το άλλο και διάφορες άλλες παραξενιές. Αν κάποιος θέλει υγιεινά  γκουρμέ ή κι εγώ δεν ξέρω τί άλλο, τότε βρίσκεται στο λάθος μέρος. Στην ταβέρνα πάμε για ψητά, τηγανητά και καλοψημένα, όχι για νερόβραστα ούτε για να κάνουμε δίαιτα.

Δεν φωνάζουμε "Γκαρσόν" ούτε "νεαρέ" ούτε "παιδί" ούτε τίποτα που να υποδηλώνει ότι ο πολύτιμος συνεργάτης που μας βοηθά να απολαύσουμε τη βραδυά μας είναι κατώτερος. "Φίλε" είναι η καταλληλότερη προσφώνηση, αν είμαστε άντρες. Οι γυναίκες συνήθως προτιμούν το "συγγνώμη" και όλοι είναι ευχαριστημένοι.

Κατά τη διάρκεια του γεύματός μας, δεν υπάρχει κάτι που να απαγορεύεται εκτός από ακρότητες στην κατανάλωση του αλκοόλ. Επιτρέπεται να ευθυμήσουμε, να μεθύσουμε, να τραγουδήσουμε στα τσακίρ κέφι, να γελάσουμε δυνατά, να πούμε ανέκδοτα ακατάλληλου περιεχομένου, δεν επιτρέπεται όμως να λιποθυμήσουμε ή να ξερνοβολάμε από το ποτό, γιατί αυτό είναι εξαιρετικά δυσάρεστο τόσο για εμάς τους ίδιους όσο και για τους άλλους που μας βλέπουν με αηδία να εξευτελιζόμαστε με αυτό τον τρόπο. Άσε που θα έχει άδοξο τέλος η βραδυά μας.
Επιπλέον, παρόλο που το να πίνει κανείς για πολλούς θεωρείται δείγμα μαγκιάς, το να ξερνοβολάς παραπατώντας μην ξέροντας που είσαι δείχνει ότι τελικά δεν είσαι και τόσο άντρας και το ποτό δεν το σηκώνεις τελικά, οπότε αντί για μάγκας βγαίνεις μ@*@*@ς, στην τελική, όπως τα άμαθα μαθητόπουλα στο πρώτο τους μεθύσι.

Αυτό που επιβάλλεται για να θεωρηθεί η βραδυά επιτυχημένη είναι να γίνει συζήτηση περί παντός επιστητού, από το τί κάναμε σήμερα μέχρι πολιτική, αθλητικά, ιστορίες από το στρατό, πρόστυχα ανέκδοτα, επιχειρηματικότης, κουτσομπολιό, πατρίς θρησκεία οικογένεια, και γενικά ότι μας έρθει στο μυαλό να το λέμε, γιατί (σε αντίθεση με τους ευρωπαίους που βγαίνουν όχι για να τα πούνε αλλά για να μεθύσουν) εμείς εδώ αυτό που θέλουμε είναι να αναπτύξουμε τις θεωρίες μας και χωρίς κρασί αυτό δεν γίνεται μεν, αλλά ούτε αν είσαι λιώμα στο χώμα είναι δυνατόν να το καταφέρεις.

Αφού φάμε και πιούμε κι έχει ευφρανθεί το είναι μας κι έχουμε ζεσταθεί και χαλαρώσει από το κρασάκι, και τα έχουμε πεί όλα, κάποια στιγμή αναπόφευκτα έρχεται η στιγμή να φύγουμε. Ζητάμε το λογαριασμό και πληρώνουμε στο περίπου χωρίς να το ψάξουμε και πολύ όπως κάνουν στις υποτιθέμενες πολιτισμένες χώρες, που βγάζουν κομπιουτεράκι και κάνουν εξισώσεις μην τυχόν και πληρώσουν ένα σέντσι παραπάνω. Δίνει ο καθένας από την παρέα όσο περίπου οφείλει και αυτός τα δίνει όλα μαζί στον σερβιτόρο. Αν τύχει να έχουμε ρέστα, τότε παραδοσιακά πρέπει να κάνουμε ότι τσακωνόμαστε για το ποιός θα τα πάρει, κάποιος επιβάλλεται να πεί "Δεν υπάρχει περίπτωση. Ασ'τα εκεί να τα πάρει το γκαρσόν" και κάποιος άλλος θα τα πάρει τελικά. Είναι αυτός που θα κεράσει την επόμενη φορά που θα έρθουμε στην ταβέρνα.

Βγαίνουμε από την ταβέρνα με το κεφάλι ελαφρύ, περπατώντας αργά , συνεχίζοντας την κουβέντα σουρωμένοι μέχρι το μεταφορικό μας μέσο όλη η παρέα μαζί. Στεκόμαστε εκεί κανα δεκάλεπτο συζητώντας ακόμα και μην θέλοντας να το πάρουμε απόφαση ότι η βραδυά έληξε και μετά πάμε σπίτι και χωνόμαστε στα παπλώματα για έναν όμορφο ύπνο.



Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Ηλίθια/-ος

Είχα κάποτε τρείς φίλες. Ήταν στο λύκειο. Η μία ήταν πολύ μικρότερή μου, η Σούλα, και οι άλλες δύο ήταν συμμαθήτριές μου, η Ντίνα και η Βάσω.

Περνούσαμε όλες τις ώρες μαζί, τα λέγαμε όλα και όλο γελάγαμε, ακόμα και στις αναποδιές, όταν παίρναμε κακούς βαθμούς ή όταν αυτός που μας άρεσε δεν ανταποκρίνονταν ή όταν είχαμε σπαστικά προβλήματα με τα αδέρφια ή με τους γονείς μας.

Μετά το σχολείο παραμείναμε κολλητές, παρόλο που μπήκε η απόσταση και οι διαφορετικές κατευθύνσεις της ζωής ανάμεσά μας: η μία νοσοκόμα, η άλλη παντρεύτηκε, ή άλλη ξενιτεύτηκε κι εγώ έγινα δασκάλα.

Κάποια στιγμή όμως, απομακρύνθηκαν από εμένα με τρόπο που με έκανε να νοιώσω πολύ ηλίθια.

Η μία, η Βάσω, δεν ήταν ειλικρινής μαζί μου. Μία μέρα, στην τρίτη λυκείου, γράφαμε μία έκθεση με ελεύθερο θέμα στην οποία εγώ, νέα κι άμυαλη, εξέφρασα αμφιβολίες για την ορθότητα του να φέρνει κανείς στον κόσμο ένα παιδί γνωρίζοντας ότι θα του μεταδώσουμε κάποια σοβαρή πάθηση και κατά πόσο ήταν τελικά κακή η ευγονική (αν και τότε η λέξη αυτή δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό μου) και κατά πόσο ήταν σωστό να δαπανάται ενέργεια και πόροι σε κάποιον που θα πεθάνει εκατό τις εκατό πριν κλείσει τα δέκα, ας πούμε. Εντάξει, μή βαράτε, είπαμε ήμουν νέα κι άμυαλη! Η έκθεση ήταν καλή και η καθηγήτρια τη διάβασε στον αίθουσα την επόμενη ημέρα (και χωρίς φροντιστήρια, παρακαλώ!) Στο διάλειμμα η Βάσω ήταν "κάπως" και όταν παινεύτηκα για την επιτυχία μου στην έκθεση, η Βάσω μου πέταξε ένα "Δηλαδή σύμφωνα με εσένα εγώ έπρεπε να πεθάνω" κι έφυγε τρέχοντας. Έμεινα άναυδη, έτρεξα μετά να την προλάβω και την ρώτησα γιατί το είπε αυτό. Δεν απάντησε. Την ξαναρώτησα τις επόμενες ημέρες αλλά δεν μπόρεσα να αποσπάσω τον λόγο για το ξέσπασμά της. Μετέπειτα, όποτε τη ρώταγα για το θέμα, όλο μου έλεγε ότι ποτέ δεν θα κάνει παιδιά, ότι κάτι είχε το στομάχι της και άλλα, διαφορετικά κάθε φορά πράγματα, ακόμα και όταν πήγε στην Αγγλία για να κάνει εγχείρηση, ακόμα και όταν γύρισε. Δεν κατάλαβα ποτέ αυτή τη στάση. Δεν με εμπιστεύονταν; Μήπως ήταν κάτι που την στεναχωρούσε τόσο που να μην μπορεί να το χειριστεί; Δεν ξέρω, γιατί δεν μου το είπε ποτέ. Αυτό που ξέρω είναι ότι πάντα μου φερόταν σα να ήταν η μεγάλη μου αδερφή, ότι παρόλο που ήταν σε όλα τα άλλα ειλικρινής μερικές φορές γινόταν απόμακρη και ότι κάποια στιγμή δεν έβρισκα νόημα στο να παίζω κρυφτούλι γύρω από ένα δέντρο που λέγεται "μυστική πάθηση", γιατί κάποια στιγμή όλο εκεί κατέληγε η κουβέντα και πάντα κάναμε τον γύρο για να μην πέσουμε πάνω του και καταλήγαμε να κοιτάμε αμήχανα κάτω όταν ανέφερε κάτι όπως "εγώ δεν θα παντρευτώ ποτέ" ή "δεν μπορώ να το φάω αυτό" ή "ελπίζω να ζήσω μέχρι τότε". Μετά παντρεύτηκα και εκείνη το'ριξε στη δουλειά, σταμάτησε η τακτική αλληλογραφία, αραίωσαν οι επισκέψεις και τελικά συνειδητοποίησα ότι ενώ έπαιρνα τηλέφωνο για να της ευχηθώ για τη γιορτή της ή για να δω τι κάνει, εκείνη έρχονταν στην Πρέβεζα χωρίς να με πάρει τηλέφωνο να βρεθούμε, ή ότι έβγαινε με την Ντίνα χωρίς να με συμπεριλάβουν στα σχέδιά τους, κοκ. Δε μου άρεσε, αλλά ήξερα ότι, πλέον, Βάσω τέλος.

Η άλλη, η Ντίνα, παντρεύτηκε νωρίς τον σχολικό της έρωτα, αλλά κράτησε επαφή για πολύ καιρό χωρίς ο γάμος της να μπεί εμπόδιο στη φιλία μας, αν και τον άντρα της ποτέ δεν τον συμπάθησα. Με την Ντίνα δεν είχαμε και πολλές ομοιότητες. Εκείνη διάβαζε ωροσκόπια και τιβι ζάππινγκ ενώ εγώ ήθελα να πηγαίνω θέατρο και να διαβάζω και να κάνω μεγάλες συζητήσεις. Δεν με πείραζε που το λεξιλόγιό της αποτελούνταν από μόλις και μετά βίας τα βασικά, αλλά στην πορεία φάνηκε ότι ήταν άνθρωπος χωρίς ανησυχίες, χωρίς γνώμη και χωρίς απώτερο σκοπό. Και πάλι στην αρχή αυτό δεν ήταν αρκετό για να μειώσει την αγάπη μου για την φίλη μου, και ήταν πολύ σταδιακό αυτό που συνέβη, εγώ είχα ολοένα και περισσότερη δουλειά, τη χορωδία, το θέατρο, τα ιταλικά, το ραδιόφωνο και τον χορό, ενώ η ντίνα εξακολουθούσε να ασχολείται με τα ζώδια και τα τηλεπεριοδικά, ο χρόνος μου ήταν λίγος, βλεπόμασταν λιγότερο και ξάφνου, δεν μου έλλειπε πια. Κάποια στιγμή, είχαμε δύο χρόνια περίπου να βρεθούμε και βρισκόμουν στα Χανιά με τον σύζυξ, όταν ξάφνου με παίρνει τηλέφωνο η Ντίνα ζητώντας να της βρούμε δωμάτιο για μία εβδομάδα γιατί θα ερχόταν να μας επισκεφτεί. Σαν γνήσιο ζώον που ήμουν ακόμα τότε, σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραία να είχα την φίλη μου εδώ (στα Χανιά) και ότι ήταν τέλεια ιδέα εκ μέρους της να με επισκεφτεί. Όταν ήρθε, όμως, μου ξεφούρνισε ότι είχε κανονίσει άλλες διακοπές με άλλη παρέα αλλά για κάποιο λόγο ματαιώθηκαν και  έτσι κατέληξε στα Χανιά μαζί μου. Δεν είπα τίποτα, γιατί πάντα υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας και περίμενα να δω τί θα έκανε όταν γυρνούσαμε στην Πρέβεζα. Δεν έγινε τίποτα, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Ούτε ένα τηλέφωνο. Μετά παντρεύτηκε ξανά, χωρίς να με καλέσει.
Είπα, τότε, Ντίνα τέλος, αφού έτσι το θέλει. Με το ζόρι αυτά τα πράγματα δε γίνονται. ίσως στις επόμενες διακοπές, αν δεν της κάτσει καλύτερη παρέα...

 
Η άλλη, η Σούλα, και αυτή κράτησε επαφή για πολύ καιρό, μέχρι που έφυγε από την Πρέβεζα και έμπλεξε σε άλλη ζωή. Ήξερα ότι μερικές φορές μέσα στους στρόβιλους μίας καινούριας, συναρπαστικής ζωής οι άνθρωποι μερικές φορές απομακρύνονται και ότι τυχαίνει μερικές φορές να ξεχνάμε για λίγο τους άνθρωπους, αλλά επανερχόμαστε, μερικές φορές. Όταν μετά από δέκα χρόνια με πήρε τηλέφωνο από το ντουμπάι χάρηκα πάρα πολύ, χάρηκα που την άκουσα και που ακούγονταν χαρούμενη και, ακόμα περισσότερο, χάρηκα όταν μου ανακοίνωσε πως θα έρχονταν στην Πρέβεζα. Μερικούς μήνες μετά, με ειδοποίησε ότι γύρισε και ότι θα έρχονταν στο σπίτι και ότι θα μου έφερνε μάλιστα και ένα δώρο. Άσε τα δώρα κι έλα της είπα. Ήρθε με τον σύζυγό της και με μία ανοιχτή κούτα τεράστια που περιείχε κάτι πλαστικά εξαρτήματα, κάτι σωλήνες και φυλλάδια. Μου έκανε μία παρουσίαση για μία βρύση με φίλτρο που, ειδικά για εμάς, δεν θα κόστιζε 500 ευρώ αλλά μόνο 200 (τα νούμερα είναι  τυχαία, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς) και μας ζήτησε να της προτείνουμε και άλλους που ίσως θα ενδιαφέρονταν για τη βρύση-φίλτρο. Μόλις τελείωσε η παρουσίαση, έφυγε. Κοιτάχτηκα με τον σύζυγα, κουνώντας το κεφάλι. Για άλλη μία φορά, είπα ότι μερικές φορές οι άνθρωποι κάνουν απερισκεψίες, ότι μερικές φορές μέσα στον ενθουσιασμό μπορεί να μην σκεφτούμε καλά ή ότι απλά μερικές φορές οι άνθρωποι κάνουν λάθη χωρίς λόγο ιδιαίτερο, έτσι απλά. Της ζήτησα πολλές φορές να βγούμε μαζί να τα πούμε, να πιούμε κανα κρασάκι όπως παλιά, αλλά αρνήθηκε όλες τις φορές. Με κάλεσε στο σπίτι της και πήγα, για να βρεθώ μπροστά σε μία επίδειξη πλούτου και σύζυγου, αυτό κόστισε τόσο, εκείνο κόστισε τόσο, αυτό το φέραμε από εκείνη τη χώρα, ο άντρας μου κερδίζει τόσα, κοκ. Και πάλι, της ζήτησα να βγούμε μαζί για να τα πούμε "σα γυναίκες" για να μπορούμε να μιλήσουμε "χωρίς τους άντρες" αλλά κάθε φορά αρνήθηκε, πολλές φορές, ξανά και ξανά. Δεν δέχθηκε να ξανα-έρθει στο σπίτι όταν την κάλεσα και ο μόνος τρόπος να βρεθούμε ήταν να πάμε εμείς ως το χωριό έξω από την Πρέβεζα, όπου έμεναν. Προφανώς, δεν ήταν η φιλία που της έλειπε, αλλά μία φίλη αξεσουάρ για να μην είναι άδεια μία γωνιά στο σαλόνι. Απλά, απλούστατα, Σούλα τέλος.

Αυτό που με στεναχώρησε περισσότερο από όλα ήταν ότι, πριν δεχτώ ότι οι φιλίες αυτές έληξαν άδοξα, ταλαιπωρούσα το μυαλό μου, τί να είχα κάνει στραβά, μήπως είχα πεί κάτι που να τις είχε στεναχωρήσει ή μήπως είχα κάνει χωρίς να το καταλάβω κάποια γαϊδουριά. Έψαχνα τρόπο να επαναφέρω την αρχική φιλία, να δω μήπως ήταν απλά μία παρεξήγηση ή μήπως κάτι άλλο είχε γίνει. Όταν όμως φάνηκε ότι τελικά δεν είχε γίνει τίποτα από όλα αυτά αλλά για διαφορετικούς λόγους στη καθεμία, δεν τους ήμουν αρκετή, τότε θύμωσα, γιατί εγώ δεν είχα πρόβλημα ούτε με την μυστική πάθηση της Βάσως, ούτε με την έλλειψη φιλοδοξίας της Ντίνας, ούτε με την ματαιοδοξία της Σούλας και ότι για εμένα όλα αυτά ήταν απλώς συμπτώσεις, όπως το να έχει κανείς μεγάλη μύτη ή καστανά μαλλιά ή να φοράει τριανταοκτώ νούμερο παπούτσι: ενώ εγώ είχα δεχτεί τις ιδιαιτερότητες αυτές, εκείνες εξακολουθούσαν να φέρονται ενοχικά και η ενοχή αυτή τις έκανε να μη με θέλουν κοντά τους.
Και σκέφτηκα τότε, δεν μπορώ να αρρωστήσω για να μη νιώθει άσχημα η Βάσω, ούτε να κατεβάσω τις προσδοκίες μου για να μη βαριέται η Ντίνα με τα κουλτουριάρικά μου, ούτε να παίξω τις πλούσιες κουμπάρες με τη Σούλα. Δεν είχα τα ψυχικά αποθέματα να το κάνω αυτό. Ένιωσα τότε ακόμα πιο ηλίθια γιατί, μέχρι να το καταλάβω αυτό, ένιωθα εγώ τις ενοχές.

Και σκέφτηκα ακόμα, ότι αν είχαν δεχτεί οι ίδιες τον εαυτό τους και δεν είχαν επενδύσει σε πράγματα που δεν είχαν, τότε δεν θα τις ενοχλούσε τόσο πολύ που ήμουν διαφορετική από αυτές.
Όλα αυτά, βέβαια, είναι όσα συμβαίνουν μέσα στο μυαλό μου, απλές υποθέσεις, γιατί ούτε μία από αυτές δεν μου παραπονέθηκε ποτέ για το οτιδήποτε, άρα μόνο τα συμπεράσματα του μυαλού μου έχω για να πορευτώ.

Τι ωραία που θα ήταν αν οι άνθρωποι μιλούσαν...


Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Το κόλπο

Είναι εύκολο όταν έχεις να κάνεις με πολλούς ανθρώπους να πέφτεις στην παγίδα του κόλπου, δηλαδή να αντιμετωπίζεις τους άνθρωπους σαν περιπτώσεις: σε αυτές τις περιπτώσεις κάνω αυτό, σε εκείνες το άλλο, κοκ.
Δουλεύοντας με τα παιδιά, ωστόσο, και έχοντας διαβάσει αρκετά επί του ζητήματος αυτού, και έχοντας γίνει μάνα, φυσικά, είδα ότι αυτό είναι λιγότερο αποτελεσματικό διότι ποτέ κανένας άνθρωπος δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλον και, μάλιστα, πολλές φορές τυχαίνει το ίδιο άτομο να παρουσιάζει διαφορετικές συμπεριφορές κατά περίσταση, με την πάροδο του χρόνου ή ανάλογα με τις συνθήκες που διαμορφώνονται κάθε φορά.
Φυσικά, το ζήτημα είναι τί επιδιώκει κανείς.
Αν είσαι δάσκαλος σε αίθουσα επιδιώκεις κάτι πολύ διαφορετικό από μία εταιρεία που προωθεί ένα προϊόν ή από οποιοδήποτε άλλον που κάτι περιμένει από τον συνάνθρωπό του, όμως αν καθήσεις και το καλοσκεφτείς το "κόλπο" πετυχαίνει μόνο την πρώτη φορά, ενώ κάθε επανάληψη επιφέρει την ανία και, αναπόφευκτα, την αναποτελεσματικότητα.Ειδικά όταν πρόκειται για παιδιά, που έχουν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, το κόλπο είναι ασύμφορο, διότι μόλις γίνει αντιληπτό ως τέτοιο, χάνει την αποτελεσματικότητά του, δεν ξαναπιάνει και μένεις μόνος να φωνάζεις "κάντε το" ενώ τα καθαρματάκια σε κοιτάνε χασκογελώντας.
Για παράδειγμα, στα δικά μου παιδιά, όταν ήθελα να τα καταφέρω να κάνουν κάτι απλό, όπως να φάνε το φαγητό τους ή να μαζέψουν το δωμάτιό τους, το κάθε κόλπο έπιανε μία μόνο φορά, ακόμα και όταν τους έταζα κάτι, το οποίο τελικά έβρισκαν ότι δεν άξιζε τον κόπο, όταν είδαν ότι επρόκειτο για ευγενικό εκβιασμό.
Έτσι, κατέληξα στο υπέρτατο κόλπο, αυτό του μη-κόλπου.
Δεν θα το χαρακτήριζα ως ειλικρίνεια, μιας και υπάρχει κάποιος απώτερος σκοπός, το να κάνεις κάποιον να κάνει κάτι, αλλά είναι ότι εντιμότερο υπάρχει σε κόλπο διότι δεν εξαπατάς, δε λες ψέματα ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πονηρούς σκοπούς μιας και αν είσαι πονηρός πρέπει να πείς ψέματα.
Χρειάστηκε οικειοθελώς να ξεμάθω ότι είχα μάθει έως τώρα.
Μπαίνοντας στην αίθουσα, η οποία μπορεί να έχει παιδιά με προβλήματα, με αγωνίες, καλομαθημένα ή κακομαθημένα, κοκ είναι πολύ εύκολο να αρχίσεις να εφαρμόζεις "κόλπα"  όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για να μην σου προσάψει κανείς τίποτα, για να μην έρθει κανένας έξαλλος γονιός να σε σφάξει ή για να μην αρχίζεις να χάνεις μαθητές με τη σέσουλα και μετά τρέχα γύρευε.
Αυτός ακριβώς ο φόβος είναι που μας κάνει κακούς δάσκαλους και γονείς.
Αυτά τα πράγματα θα συμβούν ούτως ή άλλως, οπότε καλά θα κάνει ο κάθε ένας από εμάς να τα δεχτεί και να προχωρήσει παρακάτω. Ακόμα και ο χριστός είχε εχθρούς, σωστά;
Μπαίνοντας λοιπόν στην αίθουσα, αυθυποβάλλω τον εαυτό μου σα να είναι κάθε φορά η πρώτη φορά.
Λες και ο άτακτος μαθητής δεν έχει κάνει ποτέ πριν αταξία, λες και ο καλός μαθητής δεν έχει πάρει ποτέ ξανά άριστα. Όταν το κάνουν, δεν αναφέρω όοοοοολες τις φορές που ο άτακτος υπήρξε άτακτος, αλλά του εξηγώ για ποιό λόγο η συγκεκριμένη φορά αποτελεί σφάλμα. Μόνο.
Όταν ο άριστος πάρει άριστα, τον συγχαίρω με τον ίδιο ενθουσιασμό όπως την πρώτη φορά.
Δεν επιδιώκω να μάθω το ιστορικό ή τις οικογενειακές καταστάσεις των μαθητών, διότι με επηρεάζει και αντί να δω το ίδιο το παιδί, βλέπω πίσω από αυτό τους πλούσιους ή φτωχούς γονείς τους, την καλή ή κακή του σχέση με αυτούς, κοκ, οπότε προτιμώ αυτά να τα μαθαίνω αφού έχω πρώτα σχηματίσει μία καλή σχέση με το ίδιο το παιδί.
Και ,κοίτα το περίεργο, αυτοί που χρειάζονται την περισσότερη προσοχή, είναι εκείνοι που την αποφεύγουν περισσότερο. Αν τον αφήσεις στην ησυχία του έναν τέτοιο τύπο, τις περισσότερες φορές είναι σίγουρο ότι θα βγεί από το καβούκι του για να διεκδικήσει το μερίδιο προσοχής που του αντιστοιχεί, ενώ αν προσπαθήσεις με τεχνητό τρόπο να το εκμαιεύσεις, τότε όσο εσύ προσπαθείς, τόσο αυτός τραβιέται όλο και βαθύτερα στο καβούκι του.
Έτσι λοιπόν, όλα αυτά δεν τα ρωτάω όταν μπαίνω στην αίθουσα, παρά μόνο αφήνω τις προσωπικότητες να ξετυλιχτούν από μόνες τους, μπροστά στα μάτια μου.
Αναπόφευκτα, διότι δεν μπορείς να μην είσαι το επάγγελμά σου, αυτή η τακτική πέρασε και στην υπόλοιπη ζωή μου.
Το κόλπο του μή-κόλπου έκανε τη ζωή μου πολύ πιο εύκολη, διότι από παντού μας μαθαίνουν να ψάχνουμε για διπλά νοήματα στα πάντα.
Έπαψα να το κάνω.
Παρόλο που, όπως όλοι γνωρίζουμε, υπάρχουν πονηροί και ψεύτες άνθρωποι, είναι πολύ ψυχοφθόρο να τους εκλαμβάνεις όλους ως τέτοιους και η μόνιμη καχυποψία είναι που ,στο τέλος, σε κάνει ρεμάλι.
Έπαψα να προσπαθώ να ελέγξω τους γύρω μου και αυτό είναι η μεγαλύτερη ελευθερία που υπάρχει, να μην εξαρτάται η δική σου ευτυχία από το τί θα κάνουν οι άλλοι.
Έπαψα να αναρωτιέμαι τί εννοούσε ο ένας όταν είπε αυτό και τί εννοούσε ο άλλος όταν είπε το άλλο, και αντί για αυτό σα χαζό δεχόμουν αυτό που έλεγαν οι λέξεις τους, και απαντούσα σε αυτές σα να επρόκειτο για αληθινές λέξεις.
Άλλωστε, ακόμα και αν πείς σε κάποιον "νομίζω ότι εννοείς κάτι άλλο" δεν έχει στην ουσία αποτελέσματα, γιατί αν κάποιος είναι πονηρός και ψεύτης, ακόμα και αν τον πιάσεις στο ένα σε λίγο θα σου πεί άλλο, οπότε άστον να νομίζει ότι με κορόιδεψε, να δούμε τί θα καταλάβει.
Τις περισσότερες φορές, η τύχη η ειρωνική, τα φέρνει έτσι που να έρχεται η στιγμή να του τρίψεις το ψέμα στα μούτρα, να του πείς "Μα, εσύ δεν είχες πεί αυτό τότε;" αλλά τί νόημα έχει;
Δεν πειράζει.
Από την άλλη μεριά, μην νομίσει κανείς ότι το αθηνόβιο είναι και κανένας ανθρωπομαγνήτης, ε;
Δυο-τρείς φίλους και αυτούς στη χάση και στη φέξη τους βλέπω.
Μην νομίσετε δηλαδή ότι με αυτή την τακτική θα γίνετε δημοφιλείς και σας πάρω στο λαιμό μου....
Άσε που χρειάστηκαν δυο-τρία ξεγυρισμένα nervous breakdowns μέχρι να βρω την εσωτερική γαλήνη!

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

To πιο μεγάλο ψέμα

Είναι στα αλήθεια τόσο αντιφατικό το γεγονός ότι όσο τα παιδιά μας είναι μικρά κάνουμε ότι είναι δυνατόν να τα πείσουμε ότι ο Άη Βασίλης υπάρχει. Και μετά, συνήθως μετά την πάροδο μόλις τριών ή τεσσάρων χρόνων αναρωτιόμαστε πως να τους αποδείξουμε ότι τελικά δεν υπάρχει και πώς στο καλό θα τους το πούμε χωρίς να τα στεναχωρήσουμε.

Προσωπικά, αν ήμουν παιδί (με το μυαλό του ενήλικα όμως) θα έλεγα "Δηλαδή τόσο καιρό με παραμύθιαζες ρε, #%*^@; Με δουλεύεις εδώ και τόσα χρόνια για την πλάκα σου, για να λες τι γλυκούλι και να τραβάς φωτογραφίες για το ίνσταγκραμ και να παριστάνεις τον καλό γονιό εις βάρος μου; Φτου σου λεχρίτη!"

Έτσι θα έλεγα και θα είχα δίκιο.

Ειδικά αν ήξερα αυτό που ξέρω τώρα, ότι δηλαδή ο Άγιος Βασίλης δεν είναι ένας χοντρός φαταούλας που όλο τον χρόνο κάθεται και δουλεύει μόνο μία φορά τον χρόνο και τρώει τα μπισκότα των παιδιών, αλλά ένας σκληρά εργαζόμενος ασκητής που σπούδασε φιλοσοφία και ρητορική, έχοντας δωρίσει όλη την περιουσία τους στους φτωχούς.

Δεν ήταν παντρεμένος ούτε ήθελε λαμπάκια ούτε ήταν κανένας αρχηγός καλικάντζαρων αλλά ένας σεμνός και εγκρατής μοναχός που μόνη του ενασχόληση ήταν η φιλανθρωπία για την οποία τελικά έγινε ευρέως γνωστός και η εκκλησιαστική ορθότης η οποία κατά πολλούς αποτελεί κοτσάνα, έπαιξε όμως μεγάλο ρόλο στην ιστορία και στη διαμόρφωση της Ελλάδας όπως είναι τώρα.

Εναντιώθηκε στα πολιτικά συμφέροντα του καιρού του, σε αντίθεση με τον ηλίθιο, εγωιστή χοντρό που δεν ξέρει τίποτα άλλο εκτός από το να τρώει και, ακριβώς επειδή παρά τα πλούτη που είχε κληρονομήσει ο ίδιος έζησε σαν φτωχός, όταν πέθανε σε νεαρή ηλικία στην κηδεία του δεν παρευρέθησαν μόνο οι χριστιανοί της περιοχής του αλλά κάθε λογής άνθρωποι που είχε ευεργετήσει, ένα τσούρμο μεγάλο που θρηνούσε.

Ακόμα χειρότερα, σαν κομπλεξικοί που είμαστε, αντί με υπερηφάνεια να διαλαλήσουμε ότι ο καταπληκτικός αυτός άνθρωπος ήταν Έλληνας του Πόντου, από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (όπως η γιαγιά μου, άσχετο, αλλά τί να κάνεις συνειρμοί είναι αυτοί) αντί λοιπόν να πούμε σε όλη την υφήλιο ότι ο Άγιος είναι Έλλην με Ε κεφαλαίο, συμβιβαζόμαστε με ένα άχρηστο, χοντρό, ματαιόδοξο εκβιαστή.

Γιατί, και εδώ έγκειται το μεγαλύτερο ψέμα των εποχών, ο Άγιος Βασίλειος δεν μοίραζε δώρα μόνο στα καλά παιδιά των ρατσιστών της δύσης, ούτε κρατούσε φάκελο για κάθε άνθρωπο αλλά αντιθέτως, ήταν τόσο καλός που ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το θρήσκευμα των ανθρώπων, τους βοηθούσε όλους, όχι μόνο την πρωτοχρονιά αλλά πάντοτε.

Τί αξίες θα εμφυσήσουμε στα παιδιά μας που τόσο τα λατρεύουμε, αν δεν τους τα πούμε όλα αυτά, παρά μόνο τους κλείσουμε το στόμα με γυαλιστερά δώρα, αποκρύπτοντας την φιλανθρωπία και την αλληλοβοήθεια για να προτιμήσουμε την καταναλωτική παραφιλολογία που προωθείται από τα καταστήματα παιχνιδιών;

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Φυγή

Είναι κάτι κινήματα για την κάνναβη που υποστηρίζουν ότι η χρήση της ως ναρκωτικό δεν είναι βλαπτική.

Δημοσιεύουν δημοσιεύματα κατά τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν είναι εθιστική, δεν βλάπτει τα ζωτικά όργανα και ότι δεν έχει παρενέργειες, ή ακόμα ότι άλλες ουσίες όπως ο καπνός ή το αλκοόλ είναι πολύ πιο επικίνδυνα.

Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια.

Δεν μας λένε όμως πόσοι από όσους ξεκινούν με κάνναβη καταλήγουν σε πιο βαρειές ουσίες, ούτε ποιό ποσοστό αυτών, παρόλο που ίσως δεν προχωρήσουν "παρακάτω" συνεχίζουν την κατανάλωση όχι τόσο πολύ εθισμένοι στην ίδια την ουσία, όσο στην νοητική φυγή που διαλύει τις προτεραιότητες στην καθημερινή ζωή ενός ανθρώπου.

Η φυγή από την πραγματικότητα είναι το μεγαλύτερο ναρκωτικό, η δε άρση του βάρους της ευθύνης, της βιοπάλης, η λήθη του πόνου και της ματαιότητας ήταν ανέκαθεν το ναρκωτικό που καλλιέργησε όλα τα άλλα, όμως η υπερβολή σε αυτό είναι που καταστρέφει τον άνθρωπο.

Και η δική μου ένσταση σε όλα αυτά είναι η εξής:
δεν πειράζει να αποδρά κανείς που-και-που. Αυτό που πειράζει είναι το να φτιάχνεσαι σε τακτική βάση και να τελείς υπό την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ναρκωτικό που δεν πειράζει.
Γιατί ακόμα και η "καλή" κάνναβη, εκτός από εισαγωγή στις υπόλοιπες ουσίες, κάνει ακριβώς αυτό, δίνει την εντύπωση ότι δεν πειράζει να είναι κανείς φτιαγμένος, ότι μπορείς να τριπάρεις χωρίς συνέπειες όσο γουστάρεις. Και κάποιος που μπαίνει στην διαδικασία της "φυγής" νομίζοντας ότι αυτή δεν έχει συνέπειες, ειδικά οι νέοι που είναι πιο επιρρεπείς σε πειράματα και δοκιμές,δεν είναι απίθανο να καταστρέψουν τη ζωή τους σε μία "άκακη" μέθη αντί να κυνηγήσουν το μέλλον τους ή να καλλιεργήσουν το νου τους.

Και, κοίτα τώρα το παράλογο.
Έχουμε από τα μήντια την προώθηση μίας ηδονιστικής ηθικής, όπου όλα είναι καλά. Καλοί οι γκέη, καλοί οι ναρκωμανείς, καλοί οι υποκριτές, καλοί οι εγωπαθείς, και οι αντροχωρίστρες και οι πόρνες, και οι άχρηστοι, αρκεί να είναι όμορφοι.  Αρκεί να είναι κούλ ή της μόδας, αρκεί να έχει μουσική υπόκρουση σε τζαζ, αρκεί να είναι αστείοι και να μη σε πειράζουν. Και μέσα σε όλη αυτή την χαλαρότητα, τι σε πειράζει να κάνει ο άλλος ουσίες;
Σε πειράζει;
Καλός και αυτός.
Όλοι καλοί.

Όχι ότι είναι κακοί οι γκέη ή οι ναρκωμανείς ή οι υπόλοιποι . Απλά δεν γίνεται να τους γουστάρεις όλους. Μερικοί από εμάς προτιμούν τους μεν ή τους δε, ανάλογα με την προσωπικότητα ή τις εμπειρίες ή την ανατροφή ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πάντως να τους έχεις όλους για καλούς δεν γίνεται. Το ποιόν θα δεχτείς στην συντροφιά σου είναι κάτι το προσωπικό, γιατί δεν γίνεται να σου αρέσουν όλοι: με κάποιους θα νιώθεις πιο άνετα και με άλλους θα νιώθεις πιο βολικά. Και, μεταξύ μας, το να δεχτείς έναν ναρκωμανή έχει τα ρίσκα του, όσο και αν είναι θύμα όσων αναφέρονται παραπάνω και παρακάτω.

Να όμως που φτάσαμε σε ένα σημείο η ηθική να μην εκπορεύεται από πουθενά, ούτε καν από την σηψαιμική θρησκευτική εκπροσώπηση και να μην μπορεί κανείς να κάνει τίποτα χρήσιμο παρά μόνο ανταλλάσσουμε διαστροφές αντί να παράγουμε το οτιδήποτε. Οι νέοι θεωρούν πιο μεγάλη μαγκιά τη μέθη κάθε είδους παρά την εργασία. Και είναι έτσι ο πολιτισμός τώρα που να ενθαρρύνει την ψεύτικη φυγή της κατανάλωσης, αν πιείς αυτό θα γίνει εκείνο, αν φας αυτό θα γίνει το άλλο, αν φορέσεις αυτό θα γίνει το παράλλο, τόσο που όταν οι άνθρωποι λένε "κάνε" αυτομάτως ο νους τους πάει στο πορτοφόλι και τίποτα να μην σου πάει στο μυαλό να "κάνεις" που να μην προϋποθέται να παραδοθείς στην λήθη, να ξεχάσεις τη χρησιμότητα του να έχεις χέρια και μυαλό.

 Κι έτσι, όπως λέγαμε νωρίτερα περί ψευδο-δημιουργικότητας και ψευδο-φαντασίας, ολοένα και περισσότεροι διαλέγουν "δουλειές" που δεν αποτελούν τίποτα άλλο από υπεκφυγές από τον πραγματικό αγώνα της ζωής, γιατί αν κάποιος κουράζεται για να πετύχει κάτι ουσιαστικό, δεν έχει ανάγκη να "φύγει", απλά να χαλαρώσει λίγο πριν τον ύπνο.

Όταν κάποιος παλεύει για να πετύχει κάτι, γνωρίζει ότι η φυγή δεν αποτελεί επιλογή, ότι όποιος φεύγει, χάνεται και χάνει.


Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Πρωινιάτικα...

Όπως έλεγα και νωρίτερα, σχετικά με τη θεωρία του ελατήριου, η ανθρωπότητα σαν ελατήριο που υπόκειται πίεση, συσσωρεύει ενέργεια. Μόλις η πίεση αφαιρεθεί, σαν ελατήριο πετάγεται στο άλλο άκρο. Παλινδρομεί, πέρα-δώθε, μέχρι που κάποια στιγμή μέσω τριβής και απώλειας ενέργειας και χωρίς εξωτερική πίεση, να έρθει σε κατάσταση ηρεμίας, ισορροπίας, όχι σε κανένα από τα δύο άκρα αλλά κάπου στη μέση.
Όπως η σεξουαλική απελευθέρωση, ο φεμινισμός ή ίσως η θρησκεία και η θεώρηση της ομοφυλοφιλίας, ζητήματα μεγάλης κοινωνικής πίεσης εδώ και αιώνες, με την αφαίρεση πίεσης από το ένα άκρο φτάνουμε στο άλλο, να ξεπερνάει ο καθένας ότι όρια μπορεί, έτσι, από αντίδραση.

Θα μπορούσα να πω ότι η ανθρωπότητα περνάει την εφηβεία, νιώθει τα πρώτα σημάδια της πνευματικής ανεξαρτησίας, αλλά απερίσκεπτα πέφτει σε υπερβολές, σαν νέος στο πρώτο του μεθύσι.

Όμως τα όρια είναι η αντίδραση του ανθρώπου στην χαοτική φύση του κόσμου. Τα όρια τα βάζει κανείς εκεί που ορίζει η λογική και η πρακτική ανάγκη. Αν αλλάξει η ανάγκη, αλλάζουν και τα όρια. Τα όρια τα θέτει ο νους για να κόψει σε κομμάτια το σύμπαν, κι έτσι να το έχει όλο, αν και σε κομματάκια. Όλα, αλλά σε κομματάκια. Δεν γίνεται αλλιώς.

Δεν είναι πολύ όμορφο σαν εικόνα, λεφούσια ανθρώπων, ο καθένας με ένα κομμάτι σύμπαν, όσο μπορεί ο καθένας; Για φαντάσου μετά να απλώσει ο κάθε ένας το χέρι, να ενωθούν τα κομμάτια;

Τα όρια είναι χρήσιμα, αλλιώς η αταξία θα κάνει το παζλ ασυνάρτητο, ά-λογο.

Και η αρχή είναι όπως όλοι γνωρίζουμε ο λόγος.
Λόγος είναι η ομιλία, λόγος είναι η αιτία, λόγος είναι και η κρίση μας, τρισδιάστατη φύση του νού.

Πρέπει αυτό που ξέρουμε ή φρονούμε να το λέμε και να το μιλάμε, ή αντίστροφα, αυτό που λέμε να το ξέρουμε μετά από σκέψη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Φοβού τους αφορισμούς (Ο νοών, νοείτω...)

Είναι γνωστό στους δασκαλίστικους κύκλους ότι η ύπαρξη ενός αποδοπομπαίου τράγου αποτελεί απόδειξη ότι το σύστημα δεν δουλεύει, είτε πρόκειται για την αίθουσα του σχολείου, είτε πρόκειται για τον εργασιακό μας χώρο είτε οπουδήποτε.

Ο αποδιοπομπαίος τράγος λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, κυρίως όμως αυτό που κάνει είναι να συγκεντρώνει τον συλλογικό θυμό, συχνά προσφέροντας την απαραίτητη εκτόνωση, ώστε κατόπιν το υπόλοιπο σύνολο, μετά την κάθαρση αυτή, να μπορεί να συνεχίσει να είναι σύνολο.

Ο τράγος αυτός, μία τραγική φιγούρα στα αλήθεια, είναι προϊόν ενός λειψού συστήματος. Και είναι επικίνδυνο, γιατί αντί να στραφεί η προσοχή σε αυτόν που πραγματικά ευθύνεται για αυτό, δηλαδή στον δάσκαλο, στον εργοδότη ή στον ιθύνοντα γενικώς, ο τράγος επωμίζεται όλα τα κρίματα και πάνω του πέφτουν όλες οι κατηγορίες, αυτός φταίει για όλα, όλοι τον κατηγορούν για όλα. Κατά γενική ομολογία, του αξίζει αυτό που έπαθε.

Αφού ο τράγος έχει εκδιωχθεί, ο ασκών την εξουσία μπορεί να ισχυρίζεται ότι απέδωσε δικαιοσύνη και έτσι να διατηρήσει την εξουσία του, αφού ως δίκαιος έχει διασφαλίσει την αποδοχή των υπόλοιπων τράγων που δεν είναι αποδιοπομπαίοι ακόμα. Οι δε τράγοι, έχοντας ρίξει όλες τις ευθύνες στον αποδιοπομπαίο, έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους, είναι σίγουροι ότι κανείς δεν θα τους ρίξει το φταίξιμο για τίποτα, άρα κανείς δεν θα τους τιμωρήσει για τίποτα, μία προβατίσια εθελουσία υποταγή.

Μερικές φορές αυτή η κάθαρση προσφέρει μία νέα, καθαρή αρχή, μία δεύτερη ευκαιρία να κάνουμε κάτι το καλό ως τάξη, εταιρεία ή κοινωνία. Άλλες πάλι, με όλα τα δάχτυλα στραμμένα στον αποδιοπομπαίο, ο ασκών την εξουσία βρίσκει ευκαιρία να την βγάλει καθαρή, να την σκαπουλάρει για κάποιο του έγκλημα.

Κοίτα όμως το περίεργο: με το που εξαφανιστεί ο αποδοπομπαίος τράγος, κάποιος άλλος παίρνει τη θέση του. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι το να διώξεις τον αποδιοπομπαίο δεν λύνει το πρόβλημα στην ουσία, γιατί ποτέ η τιμωρία δεν ήταν λύση αλλά απλή εκτόνωση. Μπορεί το σύμπτωμα (ο αποδιοπομπαίος) να μην μας ενοχλεί πια, το σύστημα όμως δεν έχει αλλάξει, συνεχίζει να λειτουργεί με τον ίδιο λειψό τρόπο, άρα εφόσον κάνει τα ίδια πράγματα θα έχει τα ίδια αποτελέσματα και σε αυτή την περίπτωση σε μικρό διάστημα θα έχουμε άλλον να κατηγορούμε.

Για τον ασκόντα την εξουσία, αυτό σημαίνει στην ουσία την αιώνια κάλυψη των λαθών του.

Για τους τράγους, αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή όλοι θα περάσουν από την θέση του αποδιοπομπαίου τράγου. Όλοι. Ένας-ένας. Και έτσι θα ζουν μία ζωή ηθικού κατατρεγμού, μέσα στο κεφάλι τους. Θα φοβούνται μη βρεθούν στη θέση να τους δείχνουν όλοι με το δάχτυλο.

Για αυτό οι φυλακές δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν.

Υπάρχει βέβαια και ο νοητός αποδιοπομπαίος τράγος, αυτός που είτε είναι υπαρκτό πρόσωπο (ο Φοίβος, οι δυ, η αναρχικοί, ότι θες)  είτε ανύπαρκτο  (πχ μυθολογία, θρησκείες, κοκ) έχει το κύριο χαρακτηριστικό ότι μπορείς να το αποδιαπέμπεις δια παντός, να τον βαράς αλύπητα για πάντα, να παλεύεις με το ίδιο τέρας ξανά και ξανά, να ξεδίνεις τις αγωνίες σου πάνω του, μιας και ποτέ δεν πρόκειται να εξαλειφθεί εντελώς, αφού μέσα στο μυαλό μας εδράζει. Αυτό το είδος είναι εξίσου επικίνδυνο, διότι ενώ μπορεί να μας ωφελήσει πάρα πολύ δίνοντάς μας έναν νοητό σάκο του μπόξ ώστε να έχουμε την κάθαρση που χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε παρακάτω, είναι πολύ εύκολο να μείνουμε προσκολλημένοι, να μας γίνει εμμονή (όπως εγώ με τους δυ, ένα πράγμα) και αντί να διαχειριστούν το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή τις ανεπάρκειες του συστήματος, να σπαταλούν όλη τους την ενέργεια σε κάτι ανούσιο, στον φανταστικό και μάταιο αποδιοπομπαίο τράγο που έχουν οι ίδιοι εφεύρει, χωρίς ποτέ να λύσουν το πραγματικό πρόβλημα.

Πολλές φορές μάλιστα αυτός ο φανταστικός αποδιοπομπαίος τράγος υποκαθιστά τον ίδιο μας τον εαυτό, όταν υποσυνείδητα θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε κάποια κατάσταση, αν έχουμε ενοχές για κάποιο ζήτημα ή αν νιώθουμε εγκλωβισμένοι σε κάποια δυσάρεστη θέση ή ακόμα όταν δεν μπορούμε να εντοπίσουμε την αιτία της δυστυχίας μας και σαστισμένοι αφήνουμε τις μέρες να περνάν χωρίς σκοπό. Είναι η προβολή των δικών μας ανεπαρκειών ή σφαλμάτων. Σε αυτή την περίπτωση, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, βρισκόμαστε πολύ κοντά σε μεγάλη ανατροπή. Πολύ μεγάλη. Ο νοών, νοείτω...

Η ύπαρξη ενός τέτοιου τράγου είναι ένδειξη ότι κάτι πρέπει να αλλάξει προς το καλύτερο. Σε ένα λειτουργικό σύστημα, σε ένα δίκαιο σύστημα, ο αδύνατος δεν αποδιαπέμπεται αλλά βοηθάται και στηρίζεται. Ένα σύστημα που διώχνει τα παιδιά του, στο τέλος μένει χωρίς παιδιά, ενώ ένα σύστημα που στηρίζει τα παιδιά του έχει τη δική τους στήριξη και η συνοχή αυτή είναι η βάση για μεγάλα κατορθώματα, συλλογικά και ατομικά, είτε μιλάμε για την διδασκαλική αίθουσα, είτε για τον εργασιακό μας χώρο, είτε για την κοινωνία.

Για αυτό ήταν τόσο μεγάλη μαγκιά όταν κάποιος, από τα πολύ παλιά, είπε βόηθα τον εχθρό σου. Μεγάλη μαγκιά...

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Πασατέμπος βέρσους Ηλιόσπορος

Το πως εκφράζεται ένας άνθρωπος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μερικοί εκ των κυριοτέρων είναι η παιδεία, η έκθεση σε συνθήκες που ευνοούν τη χρήση λόγου (συζητήσεις, ομιλίες, συνέδρια, θέατρο, σεμινάρια, κοκ) και η ευχέρεια χρόνου που έχει ο κάθε άνθρωπος να ασχοληθεί με κάτι που δεν άπτεται άμεσα της επιβίωσης.

Για παράδειγμα, αν δουλεύεις ολημερίς σε κάποια χειρωνακτική, βαρειά δουλειά, τότε είναι αδύνατον να σου μείνει ενέργεια για οτιδήποτε άλλο εκτός από το να απιθώσεις το κορμί σου κάπου που να μην πονάει πολύ.

Μέσες άκρες, όσο πιο νωρίς εκτεθεί κανείς στο λόγο τόσο πιο γρήγορα διδάσκεται κάποιες τεχνικές, ενώ οι άνθρωποι που για οποιονδήποτε λόγο περνούν πολύ χρόνο μόνοι τους μένουν πίσω, αναπόφευκτα.

Όμως, πως ορίζουμε την επιτυχημένη επικοινωνία; Πότε λέμε ότι κάποιος έχει λέγειν;

Κατ'αρχάς, πρέπει να είναι ικανός ο ομιλητής/συγγραφέας να μεταδώσει στον ακροατή ή αναγνώστη αυτό που σκέφτεται με ακρίβεια, διότι αν ο ακροατής καταλάβει κάτι διαφορετικό από αυτό που σκοπεύαμε να πούμε, τότε γίνονται παρεξηγήσεις και μπερδέματα.

Δεύτερον, πρέπει ο ομιλητής ή συγγραφέας να έχει πειθώ, δηλαδή να μπορεί να πείσει τον άλλον ότι έχει δίκιο, να αποδειχθεί σωστός.

Τρίτον, εφόσον έχουμε μεταδώσει το μήνυμα και αυτό γίνει σωστά αντιληπτό, και εφόσον πείσουμε τον συνομιλητή μας ότι εμείς έχουμε δίκιο, μένει μία μικρή λεπτομέρεια, ζωτικής ωστόσο σημασίας: πρέπει στο τέλος την συζήτησης ο συνομιλητής να συνεχίσει να είναι ήρεμος. Αν για παράδειγμα η συζήτηση εξελιχθεί σε καυγά, τότε όσο καλά και αν τα έχουμε πεί, όσο δίκιο και αν έχουμε, δεν είναι επιτυχής η επικοινωνία, δεν επικοινωνήσαμε τελικά. Δεν συνεννοηθήκαμε, σε τελική ανάλυση.

Γενικά, ένα πλούσιο λεξιλόγιο βοηθά στο να μεταδώσει κανείς με ακρίβεια το μήνυμά του, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, αν και ένα πλούσιο λεξιλόγιο είναι επιβλητικό και μπορεί να τραβήξει την προσοχή του συνομιλητή μας και να την κρατήσει αρκετά μέχρι να πούμε εμείς τα δικά μας. Το πλούσιο λεξιλόγιο είναι για την επικοινωνία ότι η ομορφιά για τον έρωτα: η πρώτη εντύπωση, το δόλωμα. Με κατάλληλους χειρισμούς, μπορούμε να βασιζόμαστε πάνω του δια παντός, εύκολα όμως πολλοί εξευτελίζουν το εργαλείο αυτό με υπερβολική χρήση σε αχρείαστες περιστάσεις, όπως μία καλλονή που δίνεται σε πολλούς, γίνεται άχυρο και ανηθικότης. Αν το παρακάνει κανείς, γίνεται κουραστικός και γραφικός, οπότε παύουν να μας ακούνε, οπότε επικοινωνία τέλος.

Αντιστρέφοντας τους όρους, ένα πολύ φτωχό λεξιλόγιο, εκτός από τη δυσκολία στην έκφραση, αποτελεί και μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη της σκέψης, διότι  αν κάθε έννοια αντιστοιχεί σε μία λέξη, τότε λίγες λέξεις σημαίνει λίγες έννοιες, και κάποιος που δεν αντιλαμβάνεται τις έννοιες δεν μπορεί να τις αναλύσει.Πως να μιλήσεις για την εντροπία, ας πούμε, αν δεν έχεις ιδέα τί είναι;

Περισσότερο από το λεξιλόγιο, έχει μεγάλη σημασία να έχει κανείς συγκροτημένη σκέψη, να έχει σκεφτεί διεξοδικά τα όσα τον απασχολούν, να έχει εξετάσει το κάθε ζήτημα από πολλές απόψεις, συμπεριλαμβανομένων και των αντιθέτων, ώστε σε ότι συμπέρασμα και αν έχει καταλήξει, να μπορεί να υποστηρίξει τη θέση του με συμπαγή επιχειρήματα. Άρα, περισσότερο από το λεξιλόγιο έχουν σημασία οι εμπειρίες, οι γνώσεις, οι προθέσεις, η προαίρεση.

Το ύφος, επίσης, έχει τεράστια σημασία γιατί δίνει το στίγμα των προθέσεων μας. Ένα υπεροπτικό ύφος θα κάνει τον οποιονδήποτε να δυσανασχετήσει, οι χαρακτηρισμοί και οι υπερβολές επίσης. Η μαγκιά, η ειρωνεία, οι αφορισμοί και τα αξιωματικά τελεσίγραφα δείχνουν έλλειψη επιχειρημάτων, οπότε ισοδυναμούν με παραδοχή ήττας. Όταν κάποιος αρχίσει την ειρωνεία, τότε αυτό σημαίνει ότι δεν έχει τί άλλο να πεί.

Επίσης, πολύ συχνά τυχαίνει κάποιος να έχει "χάσει" μία διαφωνία χωρίς να το έχει χαμπάρι και αυτό το καταλαβαίνεις όταν ο αντίπαλός σου  πετάει το πρώτο "Κι εσύ που έκανες αυτό...." ή ίσως "Αυτό που είπες είναι μεγάλη χαζομάρα.." πράγμα που σημαίνει ότι έχει περάσει στην αντεπίθεση διότι δεν έχει άλλο τρόπο να "σώσει" την κατάσταση εκτός από μία "ηρωική έξοδο", και δεν αποτελεί τίποτα άλλο από προσπάθεια αντιπερισπασμού, δηλαδή να τραβήξει την προσοχή από το κυρίως θέμα για να παρασύρει τον άλλον σε άσχετα θέματα, να τον αναγκάσει σε αμυντική στάση. Μην τσιμπήσετε! Μην ξεχάσετε το αρχικό, κεντρικό θέμα της συζήτησης. Αγνοείστε τις προσωπικές επιθέσεις γιατί απλά δεν έχουν σχέση με το προκείμενο, και στρέψτε όσο γρηγορότερα γίνεται την κουβέντα πίσω στο αρχικό θέμα.

Τέλος, δεν πρέπει να έχουμε την εντύπωση ότι αν έχουμε την τελευταία λέξη αυτό σημαίνει κάτι. Ο συνομιλητής μπορει΄απλά να απηύδησε με την αδυναμία μας να καταλάβουμε μία απλή αλήθεια. Θεωρούμε ότι επικοινωνήσαμε με επιτυχία όταν δεν χρειάστηκε καν να διαφωνήσουμε, όχι λόγω κάποιας υποκριτικής τακτικής αλλά επειδή σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι άνθρωποι συμφωνούν στα βασικά και με μία πολιτισμένη συνεννόηση χωρίς δράματα και υπερβολές συνήθως βρίσκουν την άκρη. Η εμπάθεια που οδηγεί σε καυγάδες πολύ συχνά πηγάζει από μέσα σε εμάς τους ίδιους (όχι πάντα!) και αν ισχύει κάτι τέτοιο πρέπει να έχουμε την αυτογνωσία και την αυτοσυγκράτηση να μην ξεσπάμε στους συνομιλητές μας δια ασήμαντον αφορμήν, ή αν το κάνουμε να είναι για το σωστό, τον αληθινό λόγο και όχι με διάφορες προφάσεις να εξαπολύουμε τα ψυχολογικά μας δεξιά και αριστερά.

Και φυσικά, να μην ξεχνάμε ότι το να μιλάμε, εκτός από ανάγκη είναι και μεγάλη ευχαρίστηση.







Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Ζω ένα δράμα

Πριν τα τούρκικα ήταν τα μεξικάνικα, και πριν από αυτά τα βραζιλιάνικα. Πριν τα βραζιλιάνικα ήταν τα αμερικάνικα, που ωστόσο εξακολουθούν να επιμένουν ακόμα και σήμερα. Ήρωες βγαλμένοι από άλλα ενδιαιτήματα, που τίποτα τα κοινό δεν έχουν με την ελληνική φυσιογνωμία, κι ωστόσο γίνονται δημοφιλείς, ακριβώς για αυτό το λόγο, μας αφορούν χωρίς να μιλάνε για εμάς. Μιλούν για έρωτες, αλλά τόσο μακρυνούς που νιώθεις ασφαλής ότι δεν σε κουτσομπολεύει κανείς.

Οι άνθρωποι της ελλάδας, σαν ένας, στράφηκαν προς τα εκεί, ως αντίδραση στα ίδια ερεθίσματα, όπως στην χρυσή αυγή ή σε οποιαδήποτε άλλη μόδα μας έρχεται ουρανοκατέβατη κατά καιρούς. Είναι η εύκολη λύση. Στο τέλος της ημέρας, δεν θέλουμε να νιώσουμε ενοχές ή δυσφορία, αλλά να αφήσουμε κάτω το βάρος της ευθύνης για να μπορέσουμε επιτέλους να μην ανησυχούμε, να μη σκεφτόμαστε.

Δεν είναι κακό, ούτε πρέπει να το περιφρονούμε, αλλά οπωσδήποτε πρέπει να το συνυπολογίζουμε στις προβλέψεις μας, γιατί πάντα έτσι ήταν οι άνθρωποι, οι κοινοί άνθρωποι, αντί να θέλουν την ευθύνη, να την ρίχνουν σα μπαλάκι σε άλλους και στο τέλος της ημέρας να κοιμούνται σα να μην έκαναν κανένα κακό σήμερα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να σκέφτονται, αλλά αντιθέτως θέλουν την πνευματική ανευθυνότητα του να τους πεί κάποιος τί να κάνουν. Και θα το κάνουν, αρκεί να βρεθεί κάποιος με γραβάτα και σοβαρή φωνή να υποστηρίξει ότι έτσι είναι το σωστό. Φοβούνται, βλέπεις,  ότι μόνοι τους θα κάνουν λάθος.

Ξεχνούν όμως ότι και οι άλλοι που τους δίνουν τις ορμήνειες, κι αυτοί τα ίδια ποσοστά λάθους έχουν.

Αναζητούν οι άνθρωποι οδηγίες για το πως να ζήσουν τη ζωή τους, με αγωνία ψάχνουν τον τυφλοσούρτη της ευτυχίας.

Αναπόφευκτα, κάτι πάει λάθος, γιατί οι συνταγές δεν υπάρχουν. Η απλή αλήθεια είναι ότι κανείς θεσμός και κανένα σύστημα δεν μπορεί να προβλέψει τις ανθρώπινες δράσεις και αντιδράσεις σε όλο τους το εύρος, πράγμα που σημαίνει ότι το σφάλμα δεν μόνο σίγουρο, δεν είναι απλώς αναπόφευκτο, αλλά είναι θέμα χρόνου, και σφάλμα σε αυτή την περίπτωση αποτελεί η τυφλή εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα ανεξάρτητα από τις αλλαγές των συνθηκών.

Και, όταν μία μάζα ανθρώπων ακολουθεί τυφλά μία συνταγή, τότε το σφάλμα αφορά ένα πληθυσμό και από σφάλμα γίνεται γενοκτονία.

Και μετά, αφού παραδώσαμε σα δωράκι την ευθύνη σε άλλους, οργιζόμαστε όταν αυτοί δρούν κατά την ανθρώπινη φύση τους, είναι δηλαδή άπληστοι, εγωιστές και επιπόλαιοι. Μα, αφού μου χάρισες την ευθύνη σου, τότε είναι πιά δική μου και ότι θέλω την κάνω, λέει ο ηγέτης και σε στέλνει στο συσσίτιο, αφού σε έχει πείσει με το ύφος του ειδήμονα ότι το χρηματιστήριο είναι καλή ιδέα για έναν αγρότη από την άνω τραχανοπλαγιά, κι εσύ αντί να χρησιμοποιήσεις τη γνώση ή το ένστικτό σου, ή ίσως το φόβο που φυλάει τα έρμα, αντί να πείς "Ωπα. Για στάκα. Εγώ τα λεφτά ξέρω ότι βγαίνουν έτσι. Τί μου λέει ετούτος εδώ;" τα παραμερίζεις όλα επειδή νομίζεις ότι κάποιος άλλος ξέρει καλύτερα από εσένα την αξία της περιουσίας σου, υλικής και νοητικής.

Διαβάζεις οδηγίες σχέσεων στα βιβλία με τις οδηγίες αυτοπεποίθησης, επιτυχίας ή κι εγώ δεν ξέρω τί άλλο τίτλο μπορεί η κάθε επηρμένη να σκαρφιστεί για πουλήσει κοινοτυπίες σε χιλιάδες αντίτυπα, και καταπνίγεις την εσωτερική φωνή που σου λέει "τον αγαπώ, πάω να τον βρώ" για να μην πέσεις έξω, αφού ο ειδικός των σχέσεων τα λέει πειστικά και ραφινάτα. Κι αντί να είσαι ο εαυτός σου, ακολουθείς οδηγίες, και στο τέλος μένεις μόνος, ένα οικειοθελές ρομπότ, με την ικανοποίηση ότι τα έκανες όλα σωστά αλλά με την απογοήτευση ότι το πείραμα απέτυχε. Κι αντί να δείς ότι ξανά και ξανά επαναλαμβάνεται το ίδιο, να ακολουθείς τις οδηγίες και όλα να πάνε ανάποδα, πείθεις τον εαυτό σου ότι κάτι δεν έκανες σωστά και την επόμενη φορά διαφοροποιείς τη συνταγή, λες και ο γκόμενος που έχεις μπροστά σου δεν είναι άνθρωπος με αισθήματα, αλλά κοτόπουλο στη γάστρα, μία να σου βγεί έτσι μία αλλιώς και μετά να θυμάσαι: τα βήματα της συνταγής, να καταστρώνεις σχέδιο για τον επόμενο και όλους να τους βλέπεις σαν προϊόντα, εραστές στο ράφι και ποιόν να διαλέξεις, αντί να γεύεσαι τους χυμούς και την μοναδικότητα του καθενός, όπως έρθει, βλέποντας και κάνοντας, γιατί με τους ανθρώπους δεν γίνεται αλλιώς. Τους βάζεις στη ζυγαριά της σχέσης που έθεσε το κοσμοπόλιταν και κόβεις σαν προκρούστη και μετά λες γιατί μου έμεινε μισός...

Δεν είναι έτσι οι σχέσεις. Δεν είναι έτσι η αγάπη, ούτε ο έρωτας έχει οδηγίες. Θα ήταν σα να βάζεις χάρακα στα κύματα.

Μεγάλο πράγμα οι ενοχές.

Μεγάλο πράγμα η ντροπή.

Μετά, μας φταίει η θρησκεία. Μας φταίει ο καπιταλισμός, ο κομμουνισμός, η χρυσή αυγή, μας φταίνε τα μμε και η κυβέρνηση, μας φταίει οποιοσδήποτε άλλος, εκτός από τον εαυτό μας και ποτέ δε σκεφτόμαστε ότι το να ακολουθείς οδηγίες ή διαταγές είναι επιλογή και αν είναι ασυνείδητη τότε πολύ κακώς.

Πότε θα πετάξουμε πέρα τα εγχειρίδια της καλής συζύγου, της καλής μαμάς και του καλού γκόμενου; Πότε θα πετάξουμε πέρα την θρησκεία της αθεΐας που μας κάνει να νομίζουμε ότι χωρίς τη θρησκεία δεν θα σκοτώνονταν οι άνθρωποι, χωρίς τη θρησκεία δεν θα ήμασταν μαντρωμένοι; Γιατί, εκτός από τη θρησκεία, πόσα μαντριά ακόμα υπάρχουν έχει μετρήσει κανείς; Έχει μετρήσει κανείς ότι τα μαντριά της σκέψης αφορούν την επιβεβλημένη ιδεολογία, την μηντιακή διάσταση του καλού και του κακού, την πολιτική, την συστηματοποιημένη φιλοσοφία που διδάσκεται πανομοιότυπα σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, σαν ευαγγέλιο; Άνθρωποι που σου λένε τι να νιώσεις διαβάζοντας ένα βιβλίο και τί πρέπει να καταλαβαίνεις από ένα ποίημα; Πως να σκέφτεσαι δηλαδή.

Αυτό το σκεφτήκατε;

Οι άγγλοι έχουν μία φράση που βρίσκω ταιριαστή: Βγαίνεις από το τηγάνι και πέφτεις στη φωτιά. Έτσι και με τη θρησκεία, νομίζεις ότι όντας άθεος το μυαλό σου είναι δικό σου, αγνοώντας τις πολλαπλές πλύσεις εγκεφάλου από "πεφωτισμένους" παπαγάλους που έναντι μεγάλης αμοιβής διδάσκουν στα πανεπιστήμια πως να είμαστε όλοι ίδιοι και πως να μην διαφέρουν οι γνώμες και οι απόψεις μας, πως να είμαστε εξαρτημένοι από άλλους πνευματικά. Κάποιους που επάγγελμά τους είναι να σκέφτονται, γιατί εμείς δεν ξέρουμε πως να σκεφτόμαστε.

Επαγγελματίες φιλόσοφοι για όνομα του θεού, δεν είναι αυτό τραγικό;

Γιατί όσο οι άνθρωποι αναθέτουν σε άλλους την ευθύνη της ζωής και των επιλογών τους, γιατί όσο οι ίδιοι οι άνθρωποι αυτολογοκρίνονται, τότε για πάντα θα γίνεται το ίδιο: μπροστά στη δυστυχία μας θα απαντάμε "Ακολουθούσα διαταγές" θεωρώντας ότι όταν δεν έχεις την ευθύνη δεν πονάς, τυφλοί μπροστά στο γεγονός ότι και χωρίς ευθύνη υποφέρουμε, ότι ακόμα και η πυξίδα δείχνει αλλού μερικές φορές.






Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Πως να μείνετε πάντα παιδί

          Για κάποιο λόγο που είναι για εμένα ακόμα ανεξήγητος, πολλοί άνθρωποι θεωρούν θετικό το να μένει κανείς παιδί. Είναι αυτό ίσως κάποιο σύνδρομο ανευθυνότητας, κατά το οποίο κάποιος αναπολεί την αμέριμνη εποχή όπου οι ευθύνες ήταν αλλουνού ή μήπως πρόκειται για μία αίσθηση ασχήμιας που έρχεται μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος δεν είναι τέλειος, σαν αυτισμός κάποιας μορφής;
         Πολλές φορές, όταν κάποιοι λένε ότι θέλουν να μείνουν παιδιά εννοούν ότι επιθυμούν να κάνουν ανόητες υπερβολές, όπως να πίνουν ασύστολα, να σούρνονται με τις παρέες και να να εξευτελίζονται με την πρόφαση ότι είναι "αυθεντικοί" και σε αυτή την κατηγορία υποπίπτουν αρκετοί από τους "καλλιτέχνες" αλλά και πολλοί άλλοι που το παίζουν μπον βιβέρ και γαλαντόμοι ή μερακλήδες ή μάγκες ή υπερ-γκόμενες, κοκ, συγχέοντας τον παλιμπαιδισμό ή την ματαιότητα ή την κατάχρηση με την παιδικότητα. Γιατί αν αφήσεις ένα παιδί με έναν κουβά παγωτό, κάποια στιγμή θα χορτάσει και θα σταματήσει, ενώ αν αφήσεις ένα τέτοιο ενήλικο με ένα κάρο λεφτά δεν θα σταματήσει πουθενά.
          Από την άλλη, την θετική οπτική γωνία, αυτό που μάλλον εννοούν όσοι μας προτρέπουν να μείνουμε πάντα παιδιά είναι να διατηρήσουμε τις καλές μας ιδιότητες παρά τα πλήγματα που μας έρχονται όσο μεγαλώνουμε. Να μείνουμε δημιουργικοί παρά τα λάθη, να μείνουμε ειλικρινείς παρά τα τις κατραπακιές και τα πισώπλατα μαχαιρώματα, να γελάμε με τη ζωή παρά την σοβαρότητά της και να κλαίμε όταν είμαστε λυπημένοι αντί να κάνουμε τον περήφανο, να φωνάζουμε αντί να τρέχουμε στους ψυχολόγους, να είμαστε ο εαυτός μας παρά τις τηλεοπτικές και μηντιακές ηθικό-πολιτιστικές κατηχήσεις του πολιτικά ορθού ξερόλα επιστήμονα, που σε λίγο θα μετράει ακόμα και το πόσο σηκώνεται το φρύδι μας όταν περδόμεθα.
          Προσωπικά, η παιδική ηλικία ήταν μία εποχή κατά την οποία διαρκώς μου έλεγαν τί να κάνω, τι να μην κάνω, όλο υποδείξεις και απαγορεύσεις, περιορισμούς και αντιρρήσεις, για να μην ξεχάσουμε το βαρύτατο πλήγμα του να μην μετράει η γνώμη μου σχεδόν ποτέ. Έπρεπε να υπακούω τον γονιό, τον δάσκαλο, τη γιαγιά, τον προπονητή, όλους. Αν μπορούσαν, θα με είχαν ακίνητη και αμίλητη στον καναπέ όλη την ημέρα, για να μην ενοχλώ κανέναν και , αν το έκανα, τότε με μάλωναν που ήμουν τόσο νωθρή και αδρανής.
         Προσωπικά, μεγαλώνοντας ήταν που άνοιξαν οι πόρτες προς αυτό που οι άλλοι ονομάζουν παιδικότητα, διότι τότε ήταν που είχα πλέον το ελεύθερο να λέω ότι μου έρχεται αντί να τσαμπουνάω υπάκουα καλημέρα υπό τις προτροπές των μεγάλων, να είμαι απερίσκεπτα δημιουργική παρά τις πιέσεις των καθηκόντων και να μην πνίγω τα αισθήματά μου αντί να είμαι ευπρεπής, καταπώς με επιμονή με δίδασκαν όλοι όσοι υποτίθεται ότι ήξεραν καλύτερα.
        Να γελάω με τα παράδοξα, παρόλο που στη ζωή δεν υπάρχει canned laughter να μου το υποδεικνύει.
        Με κάποιο κόστος, φυσικά, διότι δεν είσαι ενήλικος αν δεν πάρεις αυτό το μάθημα, ότι δεν μπορείς να κάνεις τα πάντα.
        Και, ενώ κατανοώ το πνεύμα της προτροπής, να μείνεις παιδί, λέω ότι δεν έχει αξία να μένεις παιδί αν αυτό δεν είναι συνειδητή επιλογή, δηλαδή να μην είναι αποτέλεσμα μίας χαζοχαρούμενης άγνοιας αλλά καρπός ζωής, βγαλμένος μέσα από την πικρή πείρα και τα αγκάθια στις πατούσες, να εμπιστεύεσαι και να αγαπάς τους ανθρώπους παρά τις προαναφερθείσες κατραπακιές, να δίνεις παρόλο που κυριαρχούν οι κλέφτες και να βλέπεις την ομορφιά στο κάθε ένα σπουργίτι αντί να την αναζητάς στους εκλεπτυσμένους παραδείσους του χρήματος.
        Η αθωότητα που δεν έχει περάσει από το πυρ της εμπειρίας είναι απλά άγνοια των συνεπειών. Σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για αθωότητα αλλά για παραλήρημα, όπως τα παιδιά των πλουσίων που δεν έχουν ιδέα πως φυτρώνει και τί αξία έχει μία ντομάτα και σου κάνουν κήρυγμα για το πως να τη σερβίρεις με προσούτο και μοτσαρέλα αντί για λαδορίγανη και φέτα και έχουν μόνιμα κολλημένο ένα υστερικό χαμόγελο γιατί δεν κάνει να είσαι κατσούφης: δείχνει σα να έχεις έγνοιες και πλούσιοι δεν έχουν έγνοιες. Δεν πιστεύω να μην είσαι πλούσιος και πανηγυρικά ευτυχισμένος ε;
       Η αθωότητα της απειρίας ή  αυτή της αγορασμένης ευζωίας, εύκολα χάνονται.
       Η αθωότητα είναι πολύτιμη όταν αποτελεί επιλογή βγαλμένη μετά από σκέψη και την πάλη με τα εγκόσμια.
       

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Αντι-καφέ

  • Πρόσφατα, θήλυ εκ του οικογενειακού περιβάλλοντος μου χάρισε κάποια από τα ρούχα της που δεν της έκαναν πιά.
  • Και, επειδή το άτομο αυτό χαρακτηρίζεται από καλό γούστο, τα δέχτηκα με ευχαρίστηση, πόσο μάλλον αφού μου έκαναν "γάντι".
  • Ωστόσο, αρκετά αργότερα, προσπαθώντας να τα συνταιριάξω είτε μεταξύ τους είτε με τα δικά μου, παρατήρησα ότι αυτό θα ήταν δύσκολο και αυτό διότι πολλά από τα ρούχα που μου έδωσε είναι χρώματος καφέ και μάλιστα σκούρο, που μέχρι τότε δεν υπήρχε στην γκαρνταρόμπα μου ούτε ως αξεσουάρ, ούτε ως παπούτσι, ούτε καν σαν κόσμημα ή μαντήλι ή τσάντα... Τίποτα. Το μόνο καφετί χρώμα που υπήρχε ήταν μία δερμάτινη ζώνη.
  • Αυτό με έκανε να παρατηρήσω πιο προσεκτικά την κοπέλα αυτή με νέα προοπτική και παρατήρησα ότι όντως ήταν πάντα σκουροφορεμένη, τις περισσότερες φορές σε τόνους του καφέ.
  • Αυτό με τη σειρά του με έκανε να παρατηρήσω το πως ντύνονται οι άνθρωποι τριγύρω μου, όχι ως προς το στυλ ή την μάρκα ή το κόστος, αλλά σε σχέση με τους χρωματικούς συνδυασμούς και είδα ότι εδώ στην επαρχία είναι λίγο πιο ανοιχρόχρωμα τα πράγματα, αλλά και πάλι οι περισσότεροι άνθρωποι, με εξαίρεση τα βασικά κομμάτια (ένα μαύρο παντελόνι, ένα άσπρο πουκάμισο, κοκ) επιλέγουν χρώματα και όχι απουσία χρωμάτων.
  • Μετά από αυτό, σειρά είχε να συνδέσω μεταξύ τους τα άτομα που ντύνονταν με τέτοια απουσία χρωμάτων στον περίγυρό μου.
  • Εντόπισα άλλες δύο ψυχές με τον ίδιο χρωματολογικό κώδικα και σύγκρινα τις συμπεριφορές τους, νοερά, και τις ιστορίες τους.
  • Τώρα, όπως όλοι γνωρίζουμε, τα σκούρα χρώματα κρύβουν το περιττό βάρος, είναι πιο εύκολο να συνδυαστούν με άλλα (αν και ένα καλό μπεζάκι ή ανοιχτό γκρί είναι εξίσου βολικό) και θεωρούνται γενικά πιο ευκολοφόρετα, ειδικά το χειμώνα.
  • Επίσης γνωρίζουμε ότι το μαύρο είναι πιο κομψό, είναι πιο μάγκικο, είναι πιο επίσημο και γενικότερα αποτελεί μία έντονη άποψη, αν και σκούρο έχει πολύ δυνατή παρουσία και τραβάει την προσοχή. Αν και σκούρο, το πιο σκούρο από όλα, θα ήταν λάθος να το συνδέσουμε με κατάθλιψη ή πένθος ή οτιδήποτε άλλο διότι δείχνει αντιθέτως κάτι το δυνατό.
  • Άλλωστε, το μαύρο είναι μόδα, γεγονός που αναιρεί σε μεγάλο βαθμό την ψυχολογική του αντιστοιχία σε συναισθηματική φόρτιση.
  • Το καφέ όμως....
  • Το καφέ λέει πολλά.
  • Το καφέ είναι το χρώμα που περνάει πιο απαρατήρητο, αυτό που τραβάει λιγότερο τα βλέμματα. Είναι σαν να κρύβεσαι.
  • Από τη μία δεν είναι μαύρο, για να τραβάει τα βλέμματα, είναι όμως αρκούντως σκούρο για να κρύψει μία βαθειά πληγή και αρκετά ουδέτερο ώστε να μην το συνδέσει κανείς με μεγάλη θλίψη ή συναισθηματικό κενό, όμως είναι τελικά το πιο λυπημένο χρώμα του φάσματος.
  • Είναι σα να λέει το άτομο αυτό "Εντάξει, λοιπόν, μην ασχολείστε μαζί μου"
  • Το καφέ σε κάνει να δείχνεις σαν ένας σβώλος χώμα.
    Και, στις γυναίκες, αφού είναι το πιο άχαρο, μουντό χρώμα,θάβει παντελώς τη γυναικεία φύση.
  • Και τα τρία άτομα που εντόπισα με την καφετιά γκαρνταρόμπα, είναι ιδιαίτερα, γυναίκες και οι τρείς.
  • Χαρακτηρίζονται από πείσμα, ευφυία, επικοινωνιακή δεινότητα και μεγάλο κοινωνικό περίγυρο.
  • Ωστόσο, κάτι στο οποίο δεν ταιριάζουν, είναι ότι δύο εξ αυτών έχουν εξαιρετικά πονεμένες ιστορίες πίσω τους, με απανωτά χτυπήματα και πολλαπλές δοκιμασίες στο ιστορικό τους και μάλιστα από νωρίς στη ζωή τους, ενώ η τρίτη, αυτή που μου έδωσε τα ρούχα, είναι φαινομενικά μία χαρά. Καμμία τραγωδία δεν την έχει χτυπήσει, είναι σαν όλους εμάς τους μέσους "εμείς" με οικογένεια, δουλειά, υποχρεώσεις, κοκ.
  • Προς τί λοιπόν όλη αυτή η απαισιοδοξία; Προς τί το δράμα και γιατί το ψυχολογικό καμουφλάζ;
  • Από τι κρύβεται;
  • Συνήθως, αυτό από το οποίο κρυβόμαστε είναι ο εαυτός μας. Θεωρούμε ότι κάτι επάνω μας είναι άσχημο ή κατακριτέο ή ντροπιαστικό, ίσως το παρελθόν μας, κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας ή μία ενδόμυχη κατωτερότητα ή αίσθημα ανεπάρκειας.
  • Πολλές φορές, είναι  οι ενοχές.
  • Το άτομο αυτό ασχολείται υπερβολικά με ρούχα, πράγμα που στην υπερβολή του, όταν δηλαδή ξεπερνά την απόλαυση ενός καλού, προσεκτικά διαλεγμένου ρούχου που μας "πέτυχε" και καταντά εμμονή, ισοδυναμεί ψυχολογικά με το άλλο άκρο, την απόλυτη παραίτηση, γιατί και στα δύο άκρα βρίσκεται η αυτο-υποτίμηση.
  • Αυτός που ασχολείται υπερβολικά με το ντύσιμο, ενδόμυχα προσπαθεί να προωθήσει μία εικόνα που ίσως να μην είναι και η αληθινή, ίσως προσπαθεί να καλύψει κάτι άλλο, με τον ίδιο τρόπο που άλλοι καλύπτουν τα κενά τους με το φαγητό ή το ποτό ή άλλες καταχρήσεις.
  • Φυσικά, θέλω να τονίσω το "ίσως" αφού ζούμε σε μία καταναλωτική κοινωνία και αν δεν αλλάζεις γκαρνταρόμπα ανά τρίμηνο θεωρείσαι περιφρονητικά "φτωχός", αλλά και πάλι, δεν είναι κι αυτή άλλη μιά ψυχολογική μάσκα;
  • Μία στολή;
  • Όπως και να έχει το ζήτημα, είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, να δείς τί έχει στην ψυχή του ο καθένας. και οι ενδείξεις που έχουμε από τυχαία στοιχεία, όπως το χρώμα των ρούχων του ή ο τρόπος που μιλάει, είναι αυτό ακριβώς: ενδείξεις και όχι αποδείξεις.
  • Για να καταλάβουμε τον συνάνθρωπό μας και να σχετιστούμε με επιτυχία με αυτόν, θα χρειαστεί να τον προσεγγίσουμε με αληθινή φιλία και αγάπη, να συζητήσουμε μαζί του και να δεχτούμε ότι όλα είναι φυσιολογικά, όσο δραματικά και αν τα κάνουμε μερικές φορές να φαίνονται.
  • Επίσης, για να είμαστε βέβαιοι για το συμπέρασμά μας, πρέπει να συδυάσουμε πάρα πολλά στοιχεία, και όχι μεμονωμένα αποσπάσματα ή περιστατικά, γιατί απλά είναι οι άνθρωποι τόσο πολύπλοκοι και πολύμορφοι.
  • Αν, για παράδειγμα, εκτός από την εμμονή με το ντύσιμο και τα ουδέτερα-ενοχικά καφέ, το άτομο αυτό έχει προσκόλληση με τη μητέρα του, αν αποφεύγει την ουσιαστική επικοινωνία με οποιοδήποτε άλλο ατόμο, αν το άτομο αυτό ξεπερνά τα όρια του συνήθους καταναλωτισμού και κρίνει τους άλλους βάσει των αγαθών τους, τότε τα συμπεράσματα που αντλούμε δεν είναι καλά, αλλά ανησυχητικά και το άτομο αυτό χρειάζεται τη βοήθειά μας,όχι να το τρέξουμε στους γιατρούς αλλά να έχουμε υπομονή και να το αφήσουμε να εκφραστεί με όποιο τρόπο μπορεί ώστε κάποτε να φτάσει στο σημείο να μην ντρέπεται για τον εαυτό του.
  • Αν, τώρα, κάποιος αναγνωρίσει αυτά τα συμπτώματα στον εαυτό του ή σε κάποιον που γνωρίζει, τότε η λύση δεν είναι με το ζόρι να αλλάξουμε ρούχα, αλλά να δούμε τί είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε έτσι, καφετί στο χώμα, και να το δεχτούμε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτό που μας στεναχωρεί είναι πολύ συχνά και το καλύτερο όπλο μας, είναι αυτό που ακονίζει το μυαλό μας και μέσα από το ψυχολογικό "μποξ" με τον εαυτό μας να βγαίνουμε, ή να βγάλουμε τον άνθρωπό μας, πολύ δυνατότερο.