Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Και μετά...

  • .....ήρθε ο θάνατος. Κανείς δε μπορεί να ξέρει τι θα μπορούσε να είχαν απογίνει αν δεν ερχόταν ο θάνατος. Θα μπορούσαν να είχαν φτάσει ακόμα ψηλότερα, ή να ακολουθούσε η βαρεμάρα και η κούραση και η ρουτίνα. Όλα σκορπίστηκαν. Έμεινε η μνήμη, υποβοηθούμενη από φωτογραφίες και αγαπημένα αντικείμενα. Στην αρχή για να ξύνουν την πληγή του ξεριζωμού και αργότερα για να θυμίζουν ότι δεν ήταν όλα μάταια. Είχε υπάρξει. Είχε κάνει τη διαφορά, έστω και μικρή. Ο κόσμος είχε αλλάξει με αυτόν τον ερχομό και ξανα-άλλαξε με αυτόν τον χαμό .
  • Τα λόγια που είχε πεί αντηχούσαν στα αυτιά τους, όταν κάτι τους ξυπνούσε γνώριμες καταστάσεις. Ήταν σίγουροι τί θα έκανε στη μία ή στην άλλη περίπτωση και πως καθόταν στο μπαλκόνι τις ζεστές βραδυές. Η στάση που κοιμόταν, ένα πειραχτικό γέλιο όταν μας έκανε νε γελάμε και το πώς χαιρόταν να κυκλοφορεί με γυμνά πόδια στα πατώματα.
  • Δεν θα μαθαίνανε ποτέ τί άλλο θα έκανε, τί θα γινόταν στο τέλος.Ήξεραν ότι όσο ήταν εδώ η ζωή ήταν καλή. Ήξεραν ότι οι μνήμες ήταν καλές και ότι από αυτές θα αντλούσαν τη δύναμη να συνεχίσουν. Έτσι απλά.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Παιδιά

  • Βλέποντας τον πιτσιρικά να ακολουθεί τα χνάρια του, ο πατέρας ένιωσε στην αρχή τρόμο από τη βεβαιότητα ότι αυτό το πλασματάκι θα περνούσε όλες αυτές τις απορρίψεις, τις ενοχές και τις τις απογοητεύσεις. Τις ξανα-έζησε ο ίδιος μία-μία όλες από την αρχή. Σιγά σιγά όμως ήρθαν και οι άλλες αναμνήσεις.
  • Μαζί με τις πρωτόγνωρες ανακαλύψεις του παιδιού, θυμήθηκε τη συναρπαστική γλύκα της ανακάλυψης. Το πως νιώθεις τα πόδια ενός σκαθαριού να ανεβαίνει το μπράτσο σου, το πόσο ωραία ακούγεται ένα κουτάλι όταν το χτυπάς σε μία κατσαρόλα και πως νιώθεις τη λάσπη ανάμεσα στα δάχτυλα μέσα σε μία λακούβα του χωματόδρομου. Θα έρχονταν κι άλλες, πιο γλυκές και πιο παράξενες εκπλήξεις, το ήξερε καλά αυτό.
  • Άρχισε να του δείχνει όλα αυτά που ήξερε. Σε κάθε βήμα ήταν δίπλα του, εξηγώντας του πως να μην τρώει τα μούτρα του όταν σκαρφαλώνει, πως και τι να προσέχει και πώς να φτιάχνει ζωάκια από πλαστελίνη. Μάντευε τις σκέψειςτου παιδιού, ήξερε την κάθε του κίνηση. Οι δύο τους είχαν γίνει ένα μυαλό. Συνεννοούνταν με τα μάτια, χαίρονταν μαζί και ζούσαν τα πάντα ο ένας μέσα από τον άλλον. Ήταν ίδιοι.
  • Ανίσχυρος να κάνει αλλιώς, παρακολουθούσε το παιδί, τρέμοντας ότι τώρα θα γίνει το μοιραίο, τώρα φανεί η διαφορετικότητά του, τώρα θα αρχίσει η μοναξιά. Μερικές φορές σκεφτόταν να τον περιορίσει. Να του μάθει να είναι φρόνιμος μόνο, να ακολουθεί οδηγίες μόνο, να είναι ήσυχος μόνο. Κάποιες φορές του έλεγε "Κοίτα πως κάνουν όλοι. Κοίτα πως κάνουν τα άλλα παιδάκια". Όμως δεν μπορούσε. Δεν ήξερε πως να το κάνει. Ποτέ στη ζωή του δεν ένιωσε φυσιολογικός. Πως να το διδάξει λοιπόν ? Πως να σβήσει τα δικά του κουσούρια από τη μοίρα ενός παιδιού που δε φταίει σε τίποτα? Ήθελε να του μάθει πως να κάνει φίλους, αλλά πως? Πως στο διάολο θα ενταχθεί ο γιός ενός απροσάρμοστου?
  • Δύο βαθιές ρυτίδες εμφανίστηκαν ανάμεσα στα φρύδια του. Έδειχνε πάντα σκυθρωπός και ήταν αλήθεια. Έσφιγγε το πλασματάκι στην αγκαλιά του και το νανούριζε, το πήγαινε στην παιδική χαρά και για μπάνιο στη θάλασσα. Όλα όσα έπρεπε να γίνουν. Συχνά, όταν δεν άντεχε άλλο, τον παρέδιδε σε εκείνη. Εκείνη πατούσε γερά στο έδαφος, εκείνη θα το βοηθούσε και θα το έβαζε σιγά-σιγά στην κανονική ζωή.
  • Άρχισε να αναρωτιέται για όλα όσα είχε κάνει ως τώρα. Της το είπε. Τον κοίταξε με ανησυχία. Του είπε όλα όσα εκείνος ήξερε ότι θα του έλεγε. Του άρεσε που μπήκε στον κόπο να του τα ξαναπεί άλλη μία φορά, αλλά για πρώτη φορά δεν κατάφερε να τον γαληνέψει. Μετά ήρθε αυτό που έτρεμε: η ώρα του σχολείου. Δεν φοβόταν για τα μαθήματα ούτε για τις επιδόσεις. Για αυτά ήταν τόσο σίγουρος, όσο σίγουρος είχε υπάρξει χρόνια πρίν για τον εαυτό του. Αυτό που ξαναζούσε στους εφιάλτες του ήταν το συναίσθημα του να βλέπεις από μακριά τους άλλους να παίζουν παρέα κι εσύ να καθεσαι στη γωνιά κι ας είσαι ο καλύτερος. Να μην έχεις φίλους. Να μπορείς να κουνήσεις βουνά, να δώσεις ζωή σε ένα κομμάτι πηλό, να είσαι ικανός για το αδύνατον αλλά όχι για το υποχρεωτικό. Να είσαι απ'έξω.
  • Ωστόσο την πρώτη μέρα του σχολείου, βρήκε τη δύναμη να δώσει τις ίδιες συμβουλές που ήξερε ότι θα έδινε ο οποιοσδήποτε γονιός στο παιδί του. Τον πήρε από το χέρι και περπάτησαν ως εκεί. Τον άφησε και έφυγε για πρώτη φορά. Τις πρώτες μέρες ήταν πολύ νωρίς για να φανεί οτιδήποτε. Όσο περνούσε ο καιρός ερευνούσε τα μάτια του παιδιού να δεί τα σημάδια. Τελικά βρήκε το κουράγιο να ρωτήσει τις δασκάλες. Ήταν ενθουσιασμένες. Το περίμενε και ήταν περήφανος. "Και πώς τα πάει με τα άλλα παιδάκια?" Μιά χαρά του είπανε. Πολύ ασαφές. Πάνω στη ώρα, άκουσε τις φωνίτσες από την αυλη "Ο-δυ-σσέ-ας! Ο-δυ-σσέ-ας!" . Απίστευτο!
  • Ο Οδυσσέας ήταν ο αρχηγός της παρέας. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πως είχε γίνει αυτό? Δεν είχε κάνει τίποτα για αυτό ούτε ήξερε να το αντιμετωπίσει. Μα δεν ήταν οι δύο τους ίδιοι? Σχεδόν απογοητεύτηκε. Ο Οδυσσέας παρέμεινε η ψυχή της παρέας μέχρι το τέλος της σχολικής του ζωής, κι ακόμα παραπέρα. Το αίσθημα που είχε σε όλη του τη ζωή ως τότε, ένα ακαθόριστο αίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά, άλλαξε. Αυτή τη φορά ένιωθε ότι κάτι είχε κάνει σωστά, αλλά δεν ήξερε τι. Της το είπε. Εκείνη του απάντησε "Εχεις γίνει τραμπολίνο".
  • "Βρίσκεσαι κάτω για να τον βοηθήσεις να φτάσει ψηλά. Λυγίζεις όταν πιέζεσαι αλλά δε σπάς ποτέ. Όταν πέφτει τον ξανα-ανεβάζεις και είσαι σταθερός πάντα. " Δεν ξέρω για πόσο ακόμα, της απάντησε. " Υπάρχουν πολλά που δεν μπορείς να προβλέψεις όμως εσύ κατάφερες να του δώσεις κάτι που ποτέ δεν είχες. Την αγάπη του πατέρα".

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Γονείς

  • Γεννήθηκε τελευταίος από πέντε αδέρφια αλλά παρόλο που η οικογένεια είχε σχετική άνεση, σαν στερνοπαίδι δεν είχε όση προσοχή είχαν τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Περνούσε πολλές ώρες κοιτώντας τα ζώα και τα πουλιά, ψάχνοντας σαύρες και σαλίγκαρους στους θάμνους και παίζοντας στην πλατεία και τις κατηφόρες του χωριού. Με μάτια ορθάνοιχτα έβλεπε τον κόσμο και τους ανθρώπους και όλο σκέφτονταν.
  • Στο σχολείο ήταν πρώτος με άνεση. Του φαινόταν σα να τα ήξερε όλα από πρίν. Παρατηρούσε το δάσκαλο όπως άλλοτε κοιτούσε τα ζούδια κάτω από τις πέτρες. Ήταν καλός και στο σκαρφάλωμα και στο τρέξιμο και στο κατέβασμα του ποταμού με σχεδία και στο κυνήγι και σε όλα. Με τα μάτια πάντα ορθάνοιχτα κοιτούσε, έβλεπε, καταλάβαινε και προχωρούσε. Μερικές φορές το βλέμμα του γινότανε χαλαρό και ένιωθες ότι κοιτάει κάτι πίσω σου και οι κόρες των ματιών βαθαίνανε. Τότε ήξερες ότι από αυτά που είπες, κάτι του γέννησε μία ιδέα.
  • Έγινε πανύψηλος και πανέμορφος νέος. Με χέρια τεράστια σαν κουπιά αλλά με τρομερή επιδεξιότητα στα δάχτυλα, μπορούσε να σηκώσει οποιοδήποτε βάρος αλλά και να λαξεύει μικρογραφίες σε κομματάκια ξύλου και να ζωγραφίζει ολοζώντανες φιγούρες στα τετράδιά του. Καλοσυνάτος και πάντα γελαστός, όλο βοηθούσε και σε όλα ήταν πρώτος. Δεν είχε όμως ούτε έναν φίλο.
  • Τον αγαπούσαν όλοι αλλά ο ίδιος δεν έβρισκε ησυχία παρά μόνο όταν μόνος του τα βράδια δούλευε στα γλυπτά ή τις ζωγραφιές του. Έβγαινε με τους άλλους νέους και έπινε μαζί τους κρασί και μπύρα αλλά κατάλαβε σύντομα ότι οι άλλοι έπιναν για να νιώσουν όπως ένιωθε ο ίδιος ξεμέθυστος: παντοδύναμοι. Τους κοιτούσε και τους διάβαζε σα να ήταν παιδικά βιβλία. Οι έγνοιες τους και οι καημοί τους απλοί σαν τους ίδιους. Δεν τον καταλάβαιναν. Παρείσακτος όπως ένιωθε, ταίριαξε με τους άλλους παρείσακτους κι έτσι γνώρισε την ασφάλεια της άνευ όρων αποδοχής σε μία παρέα αχρείων και ανίκανων. Έμεινε μαζί τους και τους αγάπησε για την ειρήνη που του έφερναν στο μυαλό.
  • Πέρασε σε δύο σχολές με ευκολία αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελε. Έβγαλε το στρατιωτικό του και τη σχολή εμποροπλοιάρχων λες και πήγαινε περίπατο, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με τις αγάπες του, ζωγραφική και γλυπτική. Πάντα μόνος, πάντα με το βλέμμα στις ιδέες του δεν είπε ποτέ όχι σε κανέναν ωστόσο πάντα έκανε το δικό του. Ακόμα και στο ναυτικό όταν του έβαζαν τις φωνές, με τα μάτια σταθερά μπροστά κοιτούσε και σκέφτονταν και καταλάβαινε.
  • Ανέραστος ακόμα, και ενώ ήταν σίγουρος για την ομορφιά του, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί και ο τελευταίος μέτριος χαιρόταν τον έρωτα ενώ ο ίδιος έμοιαζε να έχει πάνω του τον ανθρωποδιώχτη. Έψαχνε με αγωνία στα μάτια, παντού, οπουδήποτε, οπωσδήποτε.
  • Με το αίσθημα ότι κάτι δεν είχε σκεφτεί και ότι κάτι έλειπε, βρήκε την πρώτη του δουλειά. Εκεί το μυαλό του έγινε εμπόδιο. Ξεχνούσε τι έπρεπε να κάνει γιατί του έρχονταν ιδέες. Ενώ περνούσε διορθώσεις σε κείμενα, ξαφνικά ξεπηδούσε ολοζώντανη από το μέσα μέρος των ματιών η εικόνα ενός καλύτερου πληκτρολόγιου. Έβγαζε φωτοτυπίες και σαν αστραπή τον κεραυνοβολούσε η εικόνα της ιδανικής διαρρύθμισης του γραφείου. Με το βλέμμα γεμάτο εικόνες και τις παλάμες με νωπή την ανάμνηση όσων θα σχεδίαζε το βράδυ κλειδωμένος στην κάμαρά του, έβγαινε να βρει τον έρωτα που δεν ερχόταν. Ξανά και ξανά και ξανά...
  • Μετά από πολλές επιπλήξεις και πολλές αλλαγές επαγγελμάτων, αποφάσισε ότι έπρεπε να διαχειριστεί σοφώτερα τον εαυτό του. Κάποιος γιατρος του συνέστησε ένα χάπι που ενισχύει τη μνήμη επηρεάζοντας τις συνάψεις του εγκεφάλου. Αποφάσισε να το πάρει ελπίζοντας με αυτό να νιώσει έστω και για μία φορά, έστω και με τεχνητό τρόπο, φυσιολογικός. Δεν το κατάφερε. Προσπάθησε να χαλιναγωγήσει το μυαλό του με σημειώματα, με υπενθυμίσεις και πολλή πολλή οργάνωση. Αγόρασε καλά ρούχα και έκανε ότι κάνουν όλοι επίμονα, με αυτοθυσία και απίστευτη υπομονή. Τότε ήταν που κατάλαβε πόση δύναμη χρειάζεται για να κάνεις όχι το ακατόρθωτο, αλλά το καθημερινά ίδιο και αυτό που πρέπει.
  • Μέχρι που την γνώρισε. Ήταν κοντή και ελαφρώς παχουλή. Τον κοίταξε και είδε τα σύννεφα μέσα στα μάτια του. Με σταθερό βλέμμα, σιγά και σταθερά γνωρίστηκαν. Μίλησαν πολλές ώρες για πολλά θέματα. Δεν συμφωνούσαν σε όλα, αλλά ακλόνητοι και οι δύο αναμετριονταν μέχρι που τη φίλησε. Τον άφησε με απόλαυση να την πάει όπου εκείνος ήθελε. Αυτός ήταν ευγνώμων. Τον είδε και δεν τον φοβήθηκε. Τον είδε και τον δέχτηκε όπως ήταν και δέχτηκε όλα αυτά που είχε να της προσφέρει. Παντρεύτηκαν.
  • Για πολύ καιρό εκείνη ήταν η άγκυρά του με την πραγματικότητα. Του θύμιζε τί έπρεπε να κάνει, τον αγκάλιαζε όταν όλα του φαίνονταν μαύρα και μαζί του κάθονταν τα βράδια όταν εκείνος είχε έμπνευση. Εκείνος έκανε τη ζωή της όμορφη. Ανέχθηκε τη μαγειρική της την ταξίδευε με τις αφηγήσεις του και το βράδυ αργά έκαναν αρένα το κρεβάτι τους. Μετά ήρθαν τα παιδιά.
  • Στην αρχή ξετρελάθηκε. Τα πλασματάκια αυτά έγιναν η νέα του έμπνευση και αφιέρωσε αμέτρητες ώρες και ιδέες για να τα προσέχει, για να τα έχουν όλα. Ήταν σίγουρος και ένιωθε δύναμη και βεβαιότητα για το τι είναι σωστό. Θα τους τα έδινε όλα. Θα είχαν μία φυσιολογική ζωή, με έναν φυσιολογικό μπαμπά και μία φυσιολογική μαμά. Μία μέρα τάιζε τον μεγάλο λέγοντάς του ένα παραμυθάκι για ζωάκια της ζούγκλας, όταν είδε το παιδί να χάνεται στις σκέψεις του. Αναγνώρισε το βλέμμα που βαθαίνει και τη συννεφιά στα μάτια.
  • Αμέσως του ήρθε όλη η ζωή του εμπρός στα μάτια του. Όλη η αγωνία και η μοναξιά και η φυγή από τον εαυτό και η πάλη με τον εαυτό. Έχασε τον κόσμο από τα πόδια του. Τώρα?