- Καταμεσής του ωκεανού, από τους υδρατμούς του υδάτινου όγκου, γεννήθηκε ένας απαλός άνεμος που μόλις κατάφερε να ρυτιδώσει την κυανή επιφάνεια
- Ταξίδεψε πίσω από τα κύματα και ανέβηκε ψηλά μαζί με τους ζεστούς ατμούς, μπλέχτηκε με δροσερές σταγόνες πετώντας πάνω από τον ωκεανό και, στις ακτές μίας ηπείρου, έπεσε μαζί με τις στάλες της βροχής που μούσκεψαν την άμμο και τις μπουγάδες* Ανέβηκε τρέχοντας ένα λόφο, ξανακατέβηκε και δροσερά ανακάτεψε τα μαλλιά μίας κοπέλας που περίμενε με αδημονία κάποιον στην άκρη ενός δάσους* Έπαιξε λίγο με τη φούστα της και την άφησε για να περάσει από το δάσος κουνώντας κλαδιά και θροΐζοντας φυλλώματα* Σε ένα λιβάδι μάζεψε γύρη στο πέρασμά του και με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα έφτασε στην έρημο, όπου η καυτερή θερμότητα τον έστειλε στα ύψη* Πέρασε γρήγορα πάνω από αμμόλοφους και οάσεις, έπεσε με μία βουτιά στις κορυφές των κυμάτων* Τρέχοντας με φόρα, φυσώντας ολοένα και πιο γρήγορα, παρασέρνοντας σταγόνες αλμυρές, έφτασε πάλι σε έρημο και εκσφενδονίστηκε ψηλά* Ζεστός και βιαστικός, διέσχισε την έρημο* Μόλις έφτασε στη ζούγκλα έπεσε με όλη του την ορμή ρίχνοντας πάνω στα πυκνά κλαδιά και όλες τις σταγόνες που είχε μαζέψει*
- Λύγισε ολόκληρα δέντρα με το βουητό της πνοής του, ξερίζωσε καλύβες, κατέστρεψε σοδειές και απόλαυσε τη δύναμή του γκρεμίζοντας σπίτια με βία
- Ένας σωρός φθαρμένες πέτρες τον δυσκόλεψε λιγάκι* Δύο παλαβοί ήταν γαντζωμένοι πάνω του και φώναζαν "κάθε χρόνο λιώνεις το ναό μου, γίνεται άμμος και σκορπίζεται! Που πήγε ο ναός μου;" έλεγε ο ένας* Ο άλλος φώναζε "Ποιά από τις πέτρες είναι ο Βούδας; Πού είναι ο Βούδας;!"
- Ο άνεμος συνέχισε το ακατάπαυστο ταξίδι του φυσώντας όλο και πιο αδύναμα* "Τί έλεγαν ετούτοι, τι κάθε χρόνο; Εγώ πρώτη φορά περνάω από' δω" σκέφτηκε ο αέρας "Εγώ γεννήθηκα στον ωκεανό!" είπε και ξεψύχησε αφήνοντας μία τελευταία πνοή σε κάποια χιονισμένη βουνοκορφή "Μα τί κάνω εδώ πέρα;"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010
Ανιστορία 3
Ανιστορία 2
- Στο χωριό με τις αχυροκαλύβες, δίπλα στο ποτάμι, ζούσε ο πιστός, καλός και ήσυχος αλλά δυστυχής* Κάθε τόσο ερχόταν μία τίγρη από τη ζούγκλα και σκορπούσε τον τρόμο* Πολλοί χωρικοί έχασαν τη ζωή τους και για αυτό τον είχαν στείλει πολλές φορές στο Βούδα για να δεηθεί, κι εκείνος έμπαινε στη ζούγκλα φορτωμένος προσφορές* Τις άφηνε στα πόδια του αγάλματος με γονυκλισίες και προσευχές* Κοιτούσε τον πέτρινο Βούδα με συλλογισμό, ξαναπερνούσε τη ζούγκλα και επέστρεφε στο χωριό με την ελπίδα ότι κανείς δεν θα έπεφτε θύμα της τίγρης* Όμως η τίγρη ξαναερχόταν πάντα
- Στην αρχή νόμιζαν ότι ο Βούδας έβρισκε μικρές τις προσφορές τους κι έτσι έστελναν όλο και περισσότερα μύρα, πέπλα και εδέσματα* Μετά υποψιάστηκαν ότι ότι αυτός που πήγαινε τις προσφορές τις κρατούσε για τον εαυτό του ή ότι κάτι έκανε λάθος* Του το είπαν κατάμουτρα και τον απείλησαν ότι αν δεν έπιανε η προσευχή και αυτή τη φορά θα τον έδιωχναν* Τη νύχτα εκείνος έμεινε άγρυπνος, κοιτώντας σκεφτικός τη ζούγκλα
- Με την πρώτη ηλιαχτίδα πήρε τα όπλα του και έφυγε μέσα στα τεράστια φυλλώματα
- Η τίγρη ήταν τεράστια και κίτρινη, και χύμηξε καταπάνω του
- Εκείνος τέντωσε πίσω το χέρι του και πέταξε το δόρυ του* Πίσω από τα φυλλώματα, κρυμμένος ο Βούδας, το οδήγησε με ένα φύσημα στην κοιλιά της τίγρης και η τίγρη ξεψύχησε στο χώμα
- Ο πιστός κοίταξε άφωνος την τίγρη με το κοντάρι στην κοιλιά "Αυτό έπρεπε να είχα κάνει από καιρό* Βλακεία μου, τελικά, που δεν είχα κρατήσει για πάρτη μου τις προσφορές" Έγδαρε την τίγρη και γύρισε στο χωριό, όλο περηφάνεια επιδεικνύοντας το κίτρινο τομάρι* Τους άφησε να το κοιτάνε καθώς στέγνωνε στον ήλιο, ενώ ο ίδιος τράβηξε πάλι μέσα στη ζούγκλα* Πήγε στο ναό να βρεί το Βούδα
- Όμως το βάθρο ήταν άδειο και ο ναός έρημος* Στις καμάρες τριγυρνούσαν μαϊμούδες και άγρια φυτά τυλίγονταν γύρω από τις πέτρες "Φταίς κι ας λείπεις" είπε νοερά και τριγύρισε το ναό μαζεύοντας ότι πολύτιμο έβρισκε
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Ανιστορία
- Στην καρδιά της άγριας τεράστιας ζούγκλας, στην καρδιά ενός περίτεχνου πέτρινου ναού, πάνω σε ένα πέτρινο βάθρο, στρογγυλοκάθονταν ένας παχουλός βούδας
- Κάθε μέρα ιερείς τον γυαλίζανε και τον τύλιγαν με τα καλύτερα υφάσματα,με θυμιάματα ή με την τσίκνα θυσιών ευχαριστούσαν τα ρουθούνια του και του τραγουδούσανε πολύ κολακευτικούς ύμνους, ενώ χιλιάδες πιστοί περνούσαν τη ζούγκλα μόνο και μόνο για να του αφήσουν προσφορές τυλιγμένες σε μπανανόφυλα και να φιλήσουν τα πόδια του λατρευτικά, κοιτάζοντάς τον με ικεσία, ζητώντας ο καθένας και από κάτι
- Περνούσε ο χρόνος και τα χρόνια, έτσι και ο Βούδας ποτέ δεν κουνούσε ούτε το φρύδι του, θεϊκά ατάραχος
- Οι καιροί άλλαξαν
- Λιγότεροι πιστοί έρχονταν πια στο ναό, οι μοναχοί ήταν και αυτοί λιγότεροι, λιγότερα και τα θυμιάματα και οι προσφορές, όμως ο Βούδας στρογγυλοκάθονταν στην πέτρα του, μέχρι που μία μέρα ξύπνησε και δεν ήταν κανένας τριγύρω, εκτός από κάτι μαϊμούδες
- Κισσοί σκέπαζαν τους ρημαγμένους πέτρινους τοίχους
- Περίμενε κάμποσο ακόμα, σίγουρος ότι σίγουρα κάποιος θα φαινόταν σύντομα
- Όταν έλιωσε και το τελευταίο υφάδι από το ρούχο στους ώμους του, έπαψε να περιμένει
- Με δυσκολία τέντωσε τα παχουλά πόδια του, στηρίχθηκε στα αγύμναστα μπράτσα του και πήδηξε στο έδαφος βαριά
- Περιδιάβηκε το ναό μάταια, βγήκε στην πυκνή ζούγκλα και περπάτησε μέχρι που είδε κάτι κυνηγούς
- Άκουγε τις κουβέντες τους, είδε το κυνήγι τους και τους ακολούθησε μέχρι το χωριό
- Όλη μέρα παρακολουθούσε κρυμμένος στις φυλλωσιές και στα φυλλώματα τι έλεγαν και τι έκαναν οι άνθρωποι, ένα σωρό υποθέσεις, ένα σωρό αναζητήσεις αλλά ούτε ένας δεν ανέφερε ούτε μία φορά το όνομά του
- Γύρισε στο ναό και σκαρφάλωσε στην πέτρα του έρημος
- Ο κόσμος συνέχιζε χωρίς αυτόν
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)