Το ανθρώπινο πλάσμα έχει προσαρμοστεί σε πολλά πράγματα κατά τη διάρκεια της πορείας του στο χρόνο και στους τόπους, αλλά το ένα που δεν κατάφερε να συνηθίσει ίσως να είναι όχι ο κίνδυνος, ούτε η ευθύνη ή η συνειδητοποίηση του θανάτου αλλά η αμφιβολία.
Και ίσως, αυτή μόνιμη κατάσταση αμφιβολίας ανάμεσα στις αποφάσεις, να είναι αυτό που μας σπρώχνει μπροστά, όπως η πείνα μας ωθεί να αναζητήσουμε τροφή.
Σκεφτόμουν πριν από λίγες ημέρες τους ανθρώπους που άλλαξαν τον κόσμο, με αφορμή το ξεδιάλεγμα βιβλίων που έκανα στη βιβλιοθήκη του άρη, ο οποίος μάλλον θα κάνει καιρό να ξαναδιαβάσει βιβλίο, λόγω που βρήκε δουλειές με φούντες, σχεδόν κυριολεκτικά και οπωσδήποτε μεταφορικά.
Κοιτούσα ποιά βιβλία θα κρατούσα, μιας και ο Άρης δεν τα θέλει πια, και είδα διάφορα πολιτικά, κάποιες βιογραφίες και αρκετά περί αρχαίων ελλήνων σοφών.
Μερικά τα ήξερα, άλλα όχι και για πολλά ακόμα είχα μία γενική ιδέα, ενώ δεν ήταν και λίγα αυτά που είχα διαβάσει πριν από κάτι
αιώνες και τα θυμήθηκα εκεί, επί τόπου.
Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει, όταν σκοντάφτεις πάνω σε βιβλία παλιά και τα βλέπεις από άλλη οπτική γωνία, όχι αυτή του περίεργου νέου αλλά του έμπειρου ενήλικα. Και βλέποντας αυτή την αλλαγή πάνω μου, αν και δεν είμαι και τόσο έμπειρη από τη ζωή όσο θα φαντάζεται κανείς ακούγοντάς με, είπα μέσα μου ότι, να που αυτό δεν το ήξερα και να που το έμαθα.
Διαβάζοντας αυτές τις βιογραφίες, λοιπόν, σε νεαρή ηλικία, είχε γεννηθεί μέσα μου η επιθυμία να αλλάξω τον κόσμο κι εγώ, όπως όλες αυτές οι προσωπικότητες, να αφήσω το χνάρι μου να μην είναι το πέρασμά μου από τη γή μάταιο ή αδιάφορο αλλά σημαντικό και σπουδαίο.
Πολλές βιογραφίες παρεμβλήθηκαν, πολλές όχι μόνο γραπτές αλλά και δια ζώσης ορισμένες τις είδα να εκτυλίσσονται, άλλες μυθικές και άλλες κοινότοπες και άλλες χαμένες στα βάθη του χρόνου. Μετά από όλες αυτές τις βιογραφίες, είδα ότι οι μεγάλες ψυχές που άλλαξαν τον κόσμο δεν το έκαναν για να αλλάξουν τον κόσμο αλλά για να ικανοποιήσουν κάτι που υπήρχε μέσα τους, ένα άσβεστο ταλέντο, μία ακατανίκητη περιέργεια, έναν πόθο ή αρκετές φορές μία τρελή, τρελή ιδέα.
Δεν σκέφτονταν κάτι όπως "εγώ τώρα θα αλλάξω τον κόσμο" αλλά περισσότερο κάτι όπως "κι αν κάνω αυτό τί θα γίνει;" ή ίσως "αν δεν το κάνω θα σκάσω!", πολύ συχνά κόντρα στην κοινή αποδοχή και όχι για χάριν αυτής όπως νομίζουμε ότι είναι δυνατόν να αλλάξει ο κόσμος.
Και τελικά κάνοντας αυτό στο οποίο ήταν καλοί και τους άρεσε, παρά τις προτροπές των δικών τους και συχνά εις βάρος της προσωπικής τους ζωής, άλλαξαν τον κόσμο κατά λάθος στην ουσία και έτσι, παρά τα ελαττώματα τους και παρά τις υπόλοιπες ανθρώπινες αδυναμίες τους, δεν έμειναν στην ιστορία ώς εγωιστές, ανασφαλείς ή ματαιόδοξοι, όπως μάλλον θα ήταν όπως κι εμείς οι μη-αλλάξαντες τον κόσμο, αλλά έμειναν στην ιστορία ως νεύτωνες, πυθαγόρες, φλέμινγκ, ένα σωρό άλλος κόσμος.
Κάπου εκεί αναρωτήθηκα επίσης που πήγε αυτός ο ενθουσιασμός που είχα κάποτε για διάβασμα.
Δεν είναι μόνον ότι δεν "τρώω" τα βιβλία όπως παλιά, αλλά ούτε καν στο διαδίκτυο, ούτε στις εφημερίδες, ούτε το τουήτερ και το φέσημπουκ, ούτε τα άρθρα ούτε τα δοκίμια, ούτε τίποτα, όλα τα βρίσκω ίδια και επαναλαμβανόμενα, όλα τα βρίσκω χιλιοειπωμένα, ειδικά τις νεο-ελληνικές άναρθρες κραυγές και όπως έλεγα σε μία συζήτηση με άτομο εκ της βλογόσφαιρας, όλα μου φαίνονται θλιβερά, σαν να είναι η πραγματικότης υπό την επήρρεια μίας λουντεμίασης, από την τέχνη, τα μμε, τη πολιτική και τις σειρές, μέχρι ακόμα και τις απλές καθημερινές επικοινωνίες, μία ανόητη μιζέρια του στύλ που έλεγα ότι επιτέλους θα ξεφορτωνόμουν αλλά με πρόλαβε η κρίση και γέμισε ο τόπος χαμηλοβλεπούσες και χαμηλοβλεπούσους, από τη μία, και μαϊντανούς της επανάστασης, γεμάτους κλισέ από το "ένα παιδί μετράει τ'άστρα" σα να μην πέρασε ένας αιώνας από τότε.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, ένιωσα.
Διαβάσματα σημαντικά, περί θρησκείας και πολιτικής, περί ιδεολογίας και ιστορίας, απλά δεν με ενδιαφέρουν άλλο.
Απόρησα με τον εαυτό μου.
Η αλήθεια είναι ότι εδώ και καιρό, με είχε απασχολήσει το εξής ερώτημα, το κατά πόσο είμαστε προϊόντα ή παραγωγοί των αναγνωσμάτων μας. Επιλέγουμε τα αναγνώσματά μας βάσει της φύσης μας, της προσωπικότητας και των γούστων μας, αλλά πιο σημαντικό από όλα βάσει των ήδη σχηματισμένων ιδεών μας, πράγμα που σημαίνει ότι διαβάζοντας δεν μαθαίνουμε κάτι νέο ούτε αλλάζουμε το ποιοί είμαστε, αλλά περισσότερο επιβεβαιώνουμε όσα ήδη ξέρουμε και, αν είμαστε τυχεροί, ίσως τα εμπλουτίσουμε λιγάκι, αλλά στην ουσία διαβάζουμε όσα μας κάνουν να νιώθουμε ωραία.
Και αναρωτήθηκα, πόση πνευματική ώθηση χρειαζόμαστε για να κάνουμε το αυτονόητο; Πόση πνευματική ώθηση χρειαζόμαστε για να κάνουμε σωστά και καλά τη δουλειά μας, για να ζήσουμε τη ζωή μας ή για να βοηθήσουμε τον διπλανό μας; Ποιά ποσότητα τέτοιου πνευματικού "καύσιμου" χρειάζεται ο κάθε ένας από εμάς απλά και μόνο για να μπορεί να ζήσει στην κοινωνία των ανθρώπων ως απλός άνθρωπος, πόσο μάλλον για να αλλάξει τον κόσμο;
Μία μητέρα, πόσα διηγήματα της λένας μαντά χρειάζεται για βρεί το σθένος να πλύνει τα πιάτα σήμερα;
Η απάντηση είναι : κανένα.
Τα βιβλία δεν είναι για να αλλάξουν τον οποιονδήποτε. Είναι απλά για να μας αρέσουν και ένα σωρό άνθρωποι που δεν διάβασαν τίποτα είχαν καλές ζωές, από όσο μπορεί κανείς να κρίνει τη ζωή του άλλου. Αυτοί που διαβάζουν τα βιβλία φυσικής δεν είναι αυτοί που χρειάζονται να τη μάθουν αλλά αυτοί που ήδη την ξέρουν και την εκτιμούν, αυτοί που ήδη είναι φυσικοί, ένα παράδειγμα εκ του προχείρου.
Άρα, αν δεν διαβάσαμε ένα εκπληκτικό άρθρο ή ίσως ένα συνταρακτικό βιβλίο, αυτό που χάσαμε ίσως ισοδυναμεί με την κουβέντα με έναν φίλο που δεν κάναμε ή με ένα ποτήρι κρασί που δεν ήπιαμε, μιας και το ποιός είμαστε δεν αλλάζει αλλά μόνο παλιώνει και είναι πολλοί οι τρόποι να γίνει αυτή η "ζύμωση" για τον κάθε έναν μας ξεχωριστά, και το διάβασμα είναι μόνο ένας από αυτούς.
Άλλοι πρέπει σαν τραγικοί ήρωες να βουτηχτούν στα κρίματα, άλλοι στην βιοπάλη, άλλοι στις ιδέες και στις δράσεις. Άλλοι δεν ωριμάζουν ποτέ, όσο κι αν διαβάσουν, όσο και αν παλαίψουν ή αν δράσουν και όλοι οι μορφωμένοι σφαγείς της ιστορίας αποτελούν παράδειγμα για αυτό, για να μην αναφέρω τους νεο-μαϊντανούς που διαβάζουν τίτλους για να λένε ότι τους διάβασαν και μετά κάνουν σόπινγκ θέραπι για να συνέρθουν από το σοκ πρωτού πάνε στο κλαμπ να επιδείξουν την θαυμαστή τους νεο-αποκτηθείσα ευκαιρία για προβολή με συνοδεία μοντέρνου ποτού και επίσης μοντέρνου γκόμενου σε στύλ αρτιστίκ.
Για να μην αναφέρω και τους ψωνισμένους δήθεν ιδεολόγους που επειδή διαβάσαν κούντερα ή νίτσε σνομπάρουν τους λοιπούς και νομίζουν ότι όποιος διαβάσει είναι μπήχτης και πολύς ενώ όποιος δουλεύει και παράγει έργο στην κοινωνία είναι χειρωνάκτης και του μιλούν λες και η ντομάτα που τρώει με περισσό στύλ δε βγαίνει από το χώμα και την κοπριά αλλά έπεσε από τον ουρανό γυαλιστερή με παρθενογέννεση για να μην λερώσει τα χέρια του ο ψωνισμένος. Καλός και ο κούντερα, αν και εγώ δεν τον αντέχω, αλλά η καλλιέργεια είναι στο ήθος και το ήθος δεν διαβάζεται.
Αλλά είναι μέσα στην ειρωνία της ζωής, να πρέπει πρώτα να έχεις ζήσει για να καταλάβεις τί σήμαινε η αρχή και να έχεις διαβάσει ένα σωρό βιβλία για να δείς ότι τελικά δεν ήταν και τόσο σπουδαίο να διαβάζεις, μιας και η ζεστασιά που σου προσφέρουν δεν είναι επειδή γίνεσαι καλύτερος αλλά επειδή σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις.
Δεν ήξερα για καιρό τί ακριβώς ήταν αυτό που με ενοχλούσε σε αυτή την ημέρα και χρειάστηκε αρκετό ψάξιμο, κυρίως εσωτερικό, για να καταλάβω εν τέλει για ποιό λόγο, ενώ ιδεολογικά είμαι κατά της υπερκατανάλωσης και υπέρ του μέτρου, να μη θέλω με τίποτα να να συμμετάσχω σε αυτή την κίνηση, μία τόσο μικρή θυσία, το να μείνεις δηλαδή χωρίς ρεύμα για μία ώρα.
Και μετά από σκέψη και από συνειρμό σε συνειρμό, βρήκα ότι αυτή η ώρα, όπως επίσης και όλες αυτές οι δήθεν "ημέρες" που δήθεν γιορτάζουμε και πραγματικά αδιαφορούμε, δεν έχουν σαν σκοπό την προώθηση κάποιων ιδεών αλλά την ομοιόμορφη συμμόρφωση των πάντων.
Είτε είσαι χριστιανός, είτε μουσουλμάνος, είτε σιχ, είτε δωδεκαθεϊστής, είτε μορμόνος, θα κλείσεις το φως.
Αυτό πολλοί θα το χαρακτήριζαν ως θετικό, ως μία παγκόσμια αδελφότητα, μία πολυπόθητη επιτέλους συμφωνία σε κάποια βασικά πράγματα, αλλά εγώ το βλέπω εντελώς διαφορετικά, πρώτον και κύριον διότι γνωρίζω ότι οι λέξεις "αδελφότητα" και "συμφωνία" για τους δήθεν ελίτ αλλά πραγματικά απλώς πλούσιους σημαίνουν υποταγή και αφανισμό αντιρρήσεων.
Πείτε με υπερβολική, αλλά έτσι το βλέπω.
Γιατί, αν κάποιος πραγματικά θέλει την παγκόσμια ειρήνη και όχι να μην του ανατρέπουν τα σχέδια όλην ώρα με αντιρρήσεις, τότε να κλείσει τα εργοστάσια όπλων και αντί να καίει σιτηρά για να ανεβάσει τις τιμές τους να τα μοιράσει στον κόσμο. Αν κάποιος επιθυμεί την παγκόσμια ειρήνη, τότε να μην ενισχύει την κερδοσκοπία αλλά την παραγωγή και αντί να δίνει μπόνους στους μοσχαναθρεμένους καρεκλάνθρωπους των πολυεθνικών να χτίσει κανα σχολείο και νοσοκομείο στις τριτοκοσμικές χώρες, που τους έχουν να σφάζονται με όπλα δυτικής κατασκευής και αφορμές εξίσου δυτικής κατασκευής, απλά και μόνο για να μην κλείσει το εργοστάσιο όλμων και λείψει από τον οπλέμπορα ένα από μύρια που βγάζει και δεν έχει να πληρώσει τον μπάτλερ....
Για να δούμε, λοιπόν, πόσο αλληλέγγυος είσαι, κύριε λεφτά!
Για δείξε μας!
Αυτά, λοιπόν, δεν είναι ασκήσεις καλοσύνης αλλά ασκήσεις ομοιομορφίας και παγκόσμιας συμμόρφωσης: δίνω το σύνθημα και υπακούν δισεκατομμύρια ανά την υφήλιο και αν δεν το κάνουν είναι κακοί και αναίσθητοι, δεν νοιάζονται για το καλό της ανθρωπότητοσ και φτού στα μούτρα τους.
Και, τελικά, αποφάσισα ότι ενώ είμαι υπέρ του μέτρου, το συγκεκριμένο κολπάκι δεν είναι καθόλου εντός των μέτρων, αλλά αντιθέτως είναι υπέρμετρο στο σημείο της ύβρεως, όχι μόνο επειδή απαιτεί όλος ο κόσμος να κάνει το ίδιο, αλλά επειδή δεν λαμβάνει υπ'όψιν το γεγονός ότι ούτε οι πολύ πλούσιοι θα κλείσουν τα φώτα, ούτε οι πολύ φτωχοί, οι δεύτεροι επειδή δεν θα έχουν, προφανώς.
Να λοιπόν που απευθύνεται στην απανταχού μεσαία τάξη με σκοπό την προβατοποίησή της. Βρίσκω πολύ πιθανό, μόλις επιτευχθεί η εθελουσία συμμόρφωση των μαζών με πρόσχημα την επιβεβλημένη από τα μύντια καλωσύνη, τότε θα είναι η ώρα που θα είναι δυνατή η επιβολή αποφάσεων πανομοιότυπα σε όλη τη γή και αυτό είναι κάτι που με φοβίζει αφάνταστα.
Μου θυμίζει άλλες παρόμοιες Πρόβες, τις περίφημες επιδημίες, κατά τις οποίες πέθαιναν 10 άτομα σε όλο τον κόσμο από γρίππη και μέσω της δραματικής προβολής, έστελναν ολόκληρους πληθυσμούς για εμβολιασμό.
Υπό αυτό το πρίσμα, αρνούμαι να συμμετέχω και μάλιστα θα ανάψω και όλα τα φώτα μαζί, έτσι για σπάσιμο.
Αν θέλει ο παγκόσμιος ηγέτης να με πείσει να τον ακούσω, τότε καλά θα κάνει να αφήσει τις δικαιολογίες και τις αφορμές τύπου "Εγώ σας στέλνω να σκοτωθείτε για το καλό σας και για την τιμή της πατρίδας ρε γαμώτο" και να κοιτάξει να κάνει το σύστημα δικαιότερο αντί να τα έχει μαζέψει ούλα σε ένα σεντούκι τεραστίων διαστάσεων σα δεύτερη κιβωτό, να αφήσει τους πόρους να αξιοποιηθούν από τα χέρια των ανθρώπων, με αξιοπρέπεια.
Αν θέλει ο ηγέτης να με πείσει να κάνω θυσίες, τότε να αφήσει τα γουόλντορφ αστόρια και τα χίλτον και τα ριτζ και τα μιτζ, και τις λιμουζίνες και τα εδέσματα με φύλλα χρυσού για την γκόμενα που το ένα της βυζί θέλει τρεις γιατρούς για αν μην πέσει σήμερα, κι ας πάει με ταξί στη δουλειά, αν είναι με τα λεφτά αυτά να σωθεί έστω και μία ζωή.
Όπως κάνω εγώ, κι από το υστέρημά μου βοηθώ τον διπλανό μου.
Οπότε, αυτά περί παγκόσμιας καλωσύνης και τέτοια, είναι, επιεικώς, μπαρούφες.
Δεν είναι η ελευθερία ένα τακτοποιημένο γραφείο.
Είναι μία ζούγκλα με αντιφατικά πλάσματα που μόνο η συγκυρία ορίζει πως και με ποιά σειρά θα βρεθούν μπροστά σου και μόνο εσύ ορίζεις πως θα τα αντιμετωπίσεις.
Αν ήταν η ελευθερία ένα τακτοποιημένο δωμάτιο, τότε δεν θα λεγόταν ελευθερία αλλά τέλμα.
Και μέσα στην τυχαία επίμιξη ιδεολογικών γονιδίων, όπως η φύση δημιουργεί ακραία πλάσματα σε ύψος, βάρος ή, αντιθέτως, ελαφρότητα και ομορφιά, έτσι και στην ζούγκλα της ιδεολογικής διακύμανσης, υπάρχουν και τα άκρα.
Αν προσπαθήσεις να εξοντώσεις τα τρομακτικά πλάσματα, τότε θα χαθούν και τα ωφέλιμα. Θα χαθεί και η ζούγκλα. Αν εξαφανίσεις το λιοντάρι, τότε τα μικρότερα πλάσματα θα φάνε το ένα το άλλο, σε ένα ανηλεή κανιβαλισμό του νού.
Αν κάψεις όλες τις μάγισσες, τότε θα χαθεί η πίστη που δήθεν υπερασπίστηκες καίγοντάς τες, μέσα στις στάχτες της χαμένης διαφορετικότητας, σε μία δικτατορία προσχηματικής και μόνο ομοιομορφίας.
Έτσι είναι η φύση της ελευθερίας, ποτέ να μην ησυχάζεις, πάντα να αναρωτιέσαι και να ζυγιάζεις, πάντα να υπολογίζεις και να αξιολογείς, ένα-ένα, κάθε ένα, όλα όσα έρχονται μπροστά στην κρίση σου.
Αλλά δεν μπορείς να το αποφύγεις. Πρέπει να δεχτείς να τα δείς και να τα εξετάσεις πριν η κρίση σου τελεσιδικήσει. Όσο καλύτερα μπορείς.
Η αναμέτρηση με αυτά τα άκρα είναι που προπονεί τον νού ώστε να σκαρφαλώνει παραπάνω, μόλις γείρει προς το ένα άκρο, λίγο πριν πέσει να τραβιέται αντίθετα για να ισορροπήσει. Και πάντα είναι έτσι ώστε αν δεν αμφιβάλεις διαρκώς, να μην ισορροπείς ποτέ, όπως ο τεμπέλης καπετάνιος που, αντί σε κάθε κύμα και αέρα να κάνει διορθώσεις, λίγο πιο εδώ τη μία-λίγο πιο εκεί την άλλη, εφησυχάζοντας στον αυτόματο πιλότο πάει για ύπνο και είτε βγαίνει μίλια εκτός πορείας ή το ρίχνει στα βράχια.
Και, στην εποχή μας, όποιος δεν ήξερε, όποιος μέσα στην ευκολία της πρόσβασης σε κάθε πληροφορία δεν ρώτησε και δεν έμαθε, τότε θα υποστεί τις συνέπειες.
Και όπως στην φύση επιβιώνεις είτε με τη νοημοσύνη είτε με την δύναμη, έτσι και οι ιδεολογικές ζωικές μορφές είτε διαιωνίζονται είτε απομένουν τα κουφάρια τους, όπως τα τέρατα της φύσης, που μόλις σαπίσουν στην ακτή που ξεβράστηκαν, μόνο σαν μύθοι και παραμύθια που λένε οι γιαγιάδες εξευτελίζονται στη λήθη. Ή ίσως, μέσα στην εξέλιξη, για να επιζήσουν μικραίνουν όσο περνάει ο καιρός, έτσι που οι αλλοτινοί γίγαντες να μένουν σαμιαμίδια που πατάς με την πατούσα, αλλά δεν το κάνεις γιατί λές ότι άστο να τρώει τις μύγες...
Είναι που έχουν συνηθίσει να ακούνε μόνο τον εαυτό τους και έχουν επίσης συνηθίσει να ανακυκλώνουν τέως πρωτοποριακές ιδέες λες και οι ίδιοι δεν έχουν μάτια να βλέπουν. Λες και ακόμα και τα ίδια αυτά που ανακυκλώνουν δεν είναι γεμάτα σημάδια και οιωνούς, λές και τα σημάδια δεν είναι πιο ορατά κι από ελέφαντα στη μπανιέρα.
Τι να πείς...
Ειδήμονες σου λέει μετά, και πληρώνονται και ένα σκασμό λεφτά για να αναμασάνε όλο τα γίδια και τα γίδια...
Πρωτοπορία με τυφλοσούρτες γίνεται;
Δεν γίνεται, ρε φίλε, πως να το κάνουμε!
Άνοιξε τα μάτια σου και δες τι γίνεται.
Λες να μην ξέρει ο καταναλωτής τί είναι η σαμπάνια και το κρουασάν; Λες να μην θέλει να αγοράσει ένα σωρό όμορφα πραματάκια που του πουλάς;
Λες να μην έχει επιθυμίες και ανάγκες;
Λες να μη θέλει διακοπές στα ζαγόρια και στην αμοργό;
Αυτό που δεν έχει, σε ετούτη την εποχή που ζούμε, δεν είναι η πληροφόρηση αλλά η δυνατότητα, η οικονομική άνεση, άρα όσο καρα-σούπερ-υπερ-ντούπερ-γαμάτη και αν είναι η διαφήμιση, η απλή αλήθεια είναι ότι δεν έχει λεφτά, οπότε όσο θεός και αν είναι ο ντιζάηνερ, όσο ευφάνταστη και αν είναι η καμπάνια , όσα λεφτά και να ρίξεις στην διαφήμιση, πλέον, είναι ΧΑΜΕΝΑ λεφτά.
Βέβαια, είναι σημαντικό να μείνεις ζωντανός στο συλλογικό υποσυνείδητο, κάτι που χωρίς τη διαφήμιση δεν γίνεται, αλλά εφόσον αυτή ανεβάζει το κόστος και το κόστος είναι αυτό που πρέπει να μειώσεις για να είσαι ανταγωνιστικός, να μην χάσεις τους πελάτες σου λόγω ασιτίας, ε τότε κάτι κάνεις λάθος και θα το πληρώσεις με το αναπόφευκτο τίμημα της χρεωκοπίας, τελεία.
Γιατί, ας μην ξεχνάμε τον απαράβατο νόμο της πιάτσας, μόλις αρχίσεις τις προσφορές, τις ευκαιρίες και τις εκπτώσεις, είναι ζήτημα χρόνου και η κατάληξη, η γνωστή και θλιβερότατη αδυναμία πληρωμών προς πάσα κατεύθυνση, η γνωστή σε όλους μας χρεωκοπία, και αυτό είναι κάτι που το ξέρουν και οι πελάτες που θα εκμεταλλευτούν την προσφορά, όπερ σημαίνει ότι είναι στην ουσία δυσφήμιση, διότι μένει το εξής υποσυνείδητο θλιβερό μήνυμα: "πάει κι αυτός..." Γιατί ακόμα και αν είσαι η κοκακώλα που έχει βάθος και εύρος να απορροφήσεις του κραδασμούς της κρίσης, κάποτε πρέπει και να πουλήσεις κάτι, δεν μπορείς να δίνεις δώρα εσαεί!
Άρα, πρέπει να ελαττώσεις το κόστος αντί να κάνεις προσφορές, όχι μόνο λόγω αυτού του υποσυνείδητου μηνύματος αλλά και επειδή πόσο πια να ρίξεις τις τιμές χωρίς να "μπείς μέσα"; Πρέπει και να πληρώσεις και τους λογαριασμούς στο τέλος του μηνός, κι αυτό δεν θα γίνει αν χαρίζεις υπεραξία στον έναν και στον άλλον κακομοίρη!
Πρόβλημα. Αν ρίξεις την ποιότητα, χάνεις πελάτες. Αν ρίξεις την διαφήμιση χάνεσαι στη λήθη. Αν ρίξεις προσφορές είναι η παγίδα του θανάτου.
Οι λύσεις σε αυτό τον γρίφο είναι διαφορετικές, ανάλογα με την κάθε επιχείρηση και κατά περίσταση. Αν είσαι πωλητής αυτοκινήτων, ας πούμε, την έχεις κάνει από σβέρκο και δες τί θα κάνεις διότι δεν είναι πλέον δικό σου το πρόβλημα, ούτε μπορείς ο ίδιος να κάνεις τίποτα, αλλά πρέπει να περιμένεις να έρθει καμμία καλή ιδέα στην βιομηχανία που τα παράγει, στον πολιτικό που θα ορίσει τους δασμούς και τους φόρους και στον μεταλλωρύχο που θα του καπνίσει μίαν ωραίαν πρωίαν να ρίξει μία βόμβα και ανεβάσει τις τιμές των υλών στα ύψη, οπότε, όπως κατανοείς από μόνος σου, είσαι χαμένος από χέρι. Πάνε σκάψε κανά χωράφι, χωρίς επιδότηση πλέον, αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις: επιδοτήσεις παίρνουν τώρα μόνο οι τραπεζίτες.
Όπως το βλέπω εγώ, το μόνο που μπορεί ο καθένας να "τεντώσει" λίγο, είναι η συσκευασία και η προώθηση.
Οι πελάτες, πλέον, είναι δύσπιστοι δηλαδή, ενώ παλιότερα θα έλεγαν "ας το δοκιμάσουμε κι αυτό", τώρα που μετράνε και τη δεκάρα θέλουν να πιάσει τόπο ακόμα και αυτή η δεκάρα, δεν τη χαλαλίζουν. Θέλουν κάτι που να είναι και φτηνό και καλό, οπότε αν είσαι σίγουρος για το προϊόν σου, τότε δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι. Αν επενδύσεις σε χρωματιστή συσκευασία αλλά κακό προϊόν τότε θα σε αγοράσει μία, δύο, την τρίτη θα πεί άει σιχτίρ και θα στραφεί αλλού. Αν το προϊόν σου είναι άπαιχτο, τότε ο άλλος θα κάνει οικονομίες στερούμενος ακόμα και το ψωμί για να το αγοράσει.
Δυστυχώς, όταν λέμε κόστος, πλέον, δεν εννοούμε μόνο πριν την πώληση αλλά και μετά την πώληση, το κόστος το κοινωνικό, δηλαδή τις ευρύτερες συνέπειες που μπορεί να έχει κάποια δράση. Παλιότερα την αγνοούσαν αυτή την παράμετρο αλλά σε ένα ουσιαστικά ενιαίο περιβάλλον, οι αρνητικές συνέπειες γίνονται μπούμεραγκ. Ας πούμε ότι σκασίλα σου η περιβαλλοντική καταστροφή της παραγωγής πλαστικού για την σουπερ συσκευασία που σχεδίασε κάποιος που ξέρει όσα και η γάτα μου. Ωστόσο, καταλήγεις να πληρώνεις ολοένα και ακριβότερα την πρώτη ύλη τη στιγμή που οι άδειες συσκευασίες πλέουν καταμεσής στο πέλαγος σκοτώνοντας βιότοπους και για να τις συλλέξεις/ανακυκλώσεις/ επαναχρησιμοποιήσεις χρειάζεσαι δύο περιουσίες.
Πόσοι μηχανισμοί σπρέη και πόσα ντισπένσερ από υγρά σαπούνια κείτονται στις χωματερές, τη στιγμή που ένα σωρό πόροι (υλικά λεφτά τεχνογνωσία) απαιτούνται για να φτιαχτούν καινούρια, για να μη μιλήσουμε για απλά μπουκάλια ή κουτιά... Σπατάλη τρομερή.
Η ιδέα μου ήρθε μία μέρα, όταν είχα αγοράσει μία μεγάλη, οικονομική συσκευασία απορρυπαντικού για να ξανα-γεμίσω μία μικρότερη που είναι βολικότερη για καθημερινή χρήση. Η μεγάλη συσκευασία ήταν από κάποια συγκεκριμένη μάρκα, ενώ η μικρή από άλλη. Επίσης, ενώ η μεγάλη συσκευασία ήταν κάποιο υγρό γενικής καθαριότητας, εγώ το έβαλα σε συσκευασία σπρέη, διότι είναι και πιο εύκολο να πάει παντού και είναι μεγάλη εξοικονόμηση, η ίδια ποσότητα φτουράει περισσότερο.
Βαρέλια. όπως τον παλιό καλό (τι καλό...καλάθια, αλλά κουβέντα να γίνεται...)
Αντί να κατασκευάζεις εκατομμύρια μικρές συσκευασίες που η κάθε μία τους πρέπει να φέρει λογότυπο, συστατικά, σήριαλ νάμπερ, να είναι εργονομικά σχεδιασμένη, να έχει αυτοκόλλητα, κοκ, πράγματα που κοστίζουν όλα τους ένα σωρό λεφτά, δίνεις στο σούπερμάρκετ ένα μόνο βαρέλι (απορρυπαντικού, γάλακτος, χυμού, σαμπουάν, τουρσί, μακαρόνια, παγωτού, κρασιού, κοκ) το οποίο θα έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, προφανώς ευδιάκριτα, και θα αφήσεις το ζήτημα της ποσότητας και της συσκευασίας στον καταναλωτή, δηλαδή να φέρνει ο καθένας το μπιτονάκι, το σακουλάκι, το ταπεράκι ή το μπουκάλι του να βάζει όσο θέλει.
Η εταιρεία γλιτώνει ένα σωρό κόστη, από πρώτες ύλες και όλα τα προαναφερθέντα, μέχρι ημερομίσθια και μεταφορικά. Επίσης, μπορεί να λέει ότι έχει την οικολογία ως παντιέρα και να το διαλαλεί ως επιπλέον διαφήμιση. Επίσης μπορεί να πουλήσει, ναι να πουλήσει, ξεχωριστά μπουκαλάκια, κουτάκια ή άλλες συσκευασίες, ως πρώτη προώθηση αυτής της πρακτικής, δηλαδή να έχεις στο σπίτι σου ένα μπουκάλι που να λέει χλωρίνη κλινέξ το οποίο θα αγοράσεις μία φορά για να γεμίζεις σε κάθε επίσκεψη στο σούπερμάρκετ, άρα στην ουσία πληρώνει η εταιρεία μόνο ένα μπουκάλι ανά καταναλωτή αντί για εκατοντάδες, και μάλιστα βγάζει ακόμα κι από αυτό το μπουκάλι κέρδος, αφού θα το πουλήσει.
Η κοινωνία: α)λιγότερα σκουπίδια. Όχι μόνο θα παράγονται λιγότερες συσκευασίες, αλλά και εκείνες που παράγονται δεν θα πετιούνται αλλά θα έχει κίνητρο ο καταναλωτής να τις κρατήσει σπίτι του με σκοπό την επανα-χρησιμοποίησή τους. β) φθηνότερα προϊόντα γ) Θέσεις εργασίας. Όλα αυτά τα βαρέλια σίγουρα θα πρέπει να πληρούν κάποιες προδιαγραφές ασφάλειας και υγιεινής, οπότε σίγουρα ένας τουλάχιστον πιστοποιημένος ελεγκτής/συντηρητής ανά δήμο πρέπει να υπάρχει.
Το μειονέκτημα, διότι χωρίς μειονεκτήματα δε γίνεται τίποτα, είναι ότι οι προδιαγραφές ποιότητας, υγιεινής και ασφάλειας είναι το πρώτο που συμβιβάζει κανείς διότι δεν είναι άμεσα ορατό, δηλαδή το αν έχει ο άλλος τρία χρόνια να καθαρίσει το βαρέλι με το γάλα, τότε αυτό θα το καταλάβει ο καταναλωτής μόνο όταν αρρωστήσει από αυτό. Και πάλι, αυτό λύνεται αν τα άδεια βαρέλια συλλέγονται, δηλαδή το φορτηγό που κάνει την παράδοση να παίρνει πίσω άδεια βαρέλια για επιστροφή και ξαναγέμισμα στο εργοαστάσιο, όπως γίνεται με τα νερά στους καταψύκτες, ας πούμε.
Σκεφτείτε μόνο αυτό: τα πλαστικά μπουκαλάκια νερού...
Όλα αυτά αντί για ένα παγούρι.
Που θα γεμίζεις από ψύκτη σε περίπτερο.
ΥΓ --> Αν δεν ψηφίσει και κάποιος όχι, τότε το αποτέλεσμα θα είναι 100% υπέρ διεξαγωγής εκλογών τώρα, και αυτό δεν το θέλουμε, ε; Βέβαια εγώ ψήφισα ναι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας...
Πως μπορείς να έχεις προσδοκίες από ένα οποιοδήποτε σύστημα να πετύχει τη στιγμή που εσύ ο ίδιος που το δημιουργείς θέτεις περιορισμούς που αποκλείουν δράσεις, περιπτώσεις και, το κυριότερο, ανθρώπους;
Πως μπορείς να περιμένεις από οποιοδήποτε σύστημα να εφαρμοστεί σε όλους όταν εξ αρχής είναι εγγενής ή ελλειμματική του φύση, όταν έχεις εσύ ο ίδιος έχεις φροντίσει να αφήσεις από έξω κάποιους;
Φυσικά, κανένα σύστημα σκέψης, είτε φιλοσοφικό, πολιτικό ή ιδεολογικό, ούτε καν θρησκευτικό δεν έχει καταφέρει να το κάνει αυτό, να συμπεριλάβει, δηλαδή, όλη τη γκάμα των ανθρώπινων δυνατοτήτων και, στην καλύτερη των περιπτώσεων, βλέπε καπιταλισμός, απλά αποδέχεται την σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου χωρίς να την χαλιναγωγεί ούτε να την απαλύνει, αλλά την αφήνει ανεξέλεγκτα να καίει τα πάντα στο διάβα της, η απληστία.
Ωστόσο, ακόμα και ο καπιταλισμός (το πιο ανθεκτικό σύστημα, αν και το όνομα αυτό του δόθηκε μόλις πρόσφατα) αφήνει απ'έξω πολλές διαστάσεις της ανθρώπινης φύσης, τη δικαιοσύνη και την κοινωνική αλληλεγγύη, μαζί με άλλα που οι άνθρωποι θέλουν να λένε ιδανικά. Ο καπιταλισμός όλα αυτά τα απορρίπτει ως περιττά έξοδα.
Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που μέχρι τώρα δεν έχει καταφέρει η ανθρώπινη διανόηση να βρεί την ισορροπία, ούτε την κοινωνική ειρήνη ούτε σταθερότητα ούτε να κάνει πράξη τα ιδανικά της.
Αν υποθέσουμε ότι αυτό επιθυμούμε, και όχι να κυλιόμαστε σαν γουρούνια στη λάσπη της υπερκατανάλωσης, τότε έχουμε ένα δύσκολο έργο μπροστά μας, διότι πρέπει να κάνουμε αυτό που κανείς ως τώρα δεν έχει κάνει, δηλαδή να προβλέψουμε τα πάντα με τη σκέψη μας και αυτά που θα βρούμε να τα τεντώσουμε λίγο ακόμα ώστε να χωράει μέσα και η σκέψη άλλων ανθρώπων που θα προβλέψουν άλλα, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι στα αλήθεια η τέλεια εξίσωση που θα προβλέπει και θα εφαρμόζεται στα πάντα.
Έχεις, ας πούμε, έναν καπιταλισμό, που αφορά ορισμένους, έχεις μια θρησκεία, που αφορά κάποιους άλλους και έχεις και μία φιλοσοφία που αφορά κάποιους άλλους, κάποια ψυχολογία, κάποια κοινωνία, κάποια δικαιοσύνη, κάποιους νόμους, κοκ.
Η αλήθεια είναι το κάθε ένα από αυτά περιέχει το fatal error, το θανάσιμο σφάλμα που αναπόφευκτα οδηγεί στην κατάρρευση του συστήματος, όποιο και να είναι αυτό.
Η λύση σε όλες τις περιπτώσεις είναι εξωσυστεμική, φυσικά, αφού το θανάσιμο σφάλμα είναι κάτι που το σύστημα από μόνο του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, αφού δεν μπορεί να στραφεί κατά του εαυτού του.
Το σφάλμα των θρησκειών είναι ότι καταπνίγουν την ανθρώπινη φύση, το σφάλμα της φιλοσοφίας είναι ότι αποκλείει το μόνο πεδίο εφαρμογής της δηλαδή την πράξη, το σφάλμα των νόμων είναι ότι νέμονται, το σφάλμα της δικαιοσύνης είναι ότι τιμωρεί, το σφάλμα της ψυχολογίας είναι ότι ξεχνά το σώμα, το σφάλμα της κοινωνίας είναι ότι παραμελεί το άτομο, κοκ, το σφάλμα του καπιταλισμού είναι ότι πνίγει τον εργάτη, το σφάλμα του κομμουνισμού είναι ότι περιφρονά το κέρδος. Η αναρχία αψηφά τη λογική και η εξουσία λησμονεί την ελευθερία.
Κι όμως, οποιοδήποτε από αυτά έχει ζωτική σημασία για εμάς , τόσο που αν έστω και ένα μόνο από αυτά λείπει, τότε όχι μόνο είμαστε οι ίδιοι δυστυχείς, αλλά κι οι κοινωνίες μας γίνονται αντιπαραγωγικές, ακατάλληλες για εμάς τους ίδιους, για αυτό και οι πλούσιοι αρνούνται να ζήσουν μέσα στα σκατά που έφτιαξαν με τους νόμους που επί πληρωμή φτιάχτηκαν για να τους βολεύουν, και απομονώνονται σε επαύλεις ή κορυφές ψηλών κτιρίων.
Πολλάκις έχει παρομοιαστεί η κοινωνία με πλοίο, οπότε λέω ακόμα μία φορά να χρησιμοποιήσω αυτό το συμβολισμό στο επιχείρημά μου. Σαν το καράβι, λοιπόν, όσο πιο αξιόπλοο και γερό θέλουμε να το έχουμε, τόσο πιο προνοητικοί πρέπει να είμαστε στην κατασκευή και εξοπλισμό του, διότι οποιοδήποτε σφάλμα θα φανεί μεσοπέλαγα, κατά κανόνα.
Αν αλαζονικά περιφρονήσουμε όσα θεωρούμε υποδεέστερα, τότε το καράβι μας θα γείρει την πιο κρίσιμη ώρα.
Ο καπετάνιος πρέπει να υπάρχει. Το εξαντλημένο πλήρωμα, όμως, είτε που θα στασιάσει, είτε που θα είναι αδύναμο μπροστά στις προκλήσεις.
Όσο πολύτιμο φορτίο και αν κουβαλάμε, πρέπει να είναι ομοιόμορφα κατανεμημένο για να μη γείρουμε, και κάθε καπετάνιος μπορεί να το βεβαιώσει αυτό.
Όσο έξυπνος και αν είναι ο καπετάνιος, δεν μπορεί μόνος του, πρέπει και το πλήρωμα να είναι σωστά εκπαιδευμένο και άγρυπνο, ώστε να δύναται να ακολουθεί σωστά την ηγεσία χωρίς να πέφτει σε γκάφες όταν σοβαρεύουν τα πράγματα. Ένας κομπλεξικός ή ενοχικός καπετάνιος, που θα θέλει τους άλλους υποτακτικούς για να μην του φέρνουν αντιρρήσεις, θα είναι έρμαιος του ίδιου του μυαλού του που, αναπόφευκτα, κάποια στιγμή θα κουραστεί κι αντί για συνεργάτες θα έχει βόδια. Αν έστω και η τελευταία καθαρίστρια είναι ηλίθια, τότε όλοι θα πάθουν χολέρα.
Όσο άξιο και αν είναι το πλήρωμα, με την εκούσια θέλησή τους και από δική τους πρωτοβουλία αναγνωρίζουν την ανάγκη να υπάρχει καπετάνιος και ότι η αναρχία ενέχει τον κίνδυνο αν όχι του ναυαγίου, τότε σίγουρα του άδοξου τέλους του ταξιδιού όταν στο λιμάνι και ο τελευταίος ναύτης θα έχει κοιμηθεί σε κάποια ταβέρνα ή οίκο ανοχής.
Για να είναι η αναρχία εφικτή πρέπει η ηθική να γίνει ένστικτο.
Για να είναι βιώσιμος ο καπιταλισμός, πρέπει να δανειστεί αριστερά στοιχεία στο ντι-εν-έη του για να αποφύγει την υδροκεφαλία της υπερσυσσώρευσης.
Για να είναι εφαρμόσιμος ο ακρο-αριστερός ουτοπικός παράδεισος, πρέπει να επιτρέψει στον άνθρωπο το επιχειρείν και το κατέχειν, το μόνο αποδεδειγμένο κίνητρο για παραγωγικότητα.
Για να είναι η ψυχολογία αποτελεσματική πρέπει να γιατρεύει και το σώμα, για να είναι η δικαιοσύνη δίκαιη πρέπει να συμμορφώνει χωρίς να εξοντώνει, για να είναι η φιλοσοφία γόνιμη πρέπει να βγεί από τα κλειστά κλαμπ των σκονισμένων βιβλίων στις πεδιάδες του εφαρμόσιμου.
Για να γίνει προσιτή η θρησκεία, πρέπει την αμαρτία όχι να την καταστέλλει αλλά να την συγχωρεί και να επιτρέπει αντί να επιβάλλει την κάθαρση.
Για να συνεχίσει να προχωρά η τεχνολογία πρέπει να αφήσει τη φύση να αποτελεί έμπνευση.
Για να υπάρξει ομορφιά πρέπει η ασκήμια να τη σηκώσει στους ώμους.
Για να γίνει η κοινωνία δημιουργική πρέπει τα άτομα να είναι ελεύθερα να δημιουργήσουν.
Οι χώρες που πήγαν μπροστά είναι εκείνες που έδωσαν βάρος στην κοινωνική πολιτική, διότι έτσι κατέστη συμφέρον για τους πολίτες να είναι παραγωγικοί. Αντίθετα, οι χώρες που παραμέλησαν τα ταπεινά στρώματα το πληρώνουν από άλλες μεριές, δηλαδή με την αστάθεια και την διαρκή πολεμική δραστηριότητα, πολλά λεφτά χαμένα, διότι στις πολιτισμένες χώρες δεν κινδυνεύεις να σε σκοτώσουνε στο δρόμο παρά μόνο να σε βάλουνε στη φυλακή μερκούς μήνες και μετά είσαι κύριος να συνεχίσεις να τρώς όπως πριν, όπως εδώ στην ελλάδα, ή στην ιταία, στο βατικανό, και σε όλες τις χώρες του δυτικού κόσμου, που κλέβουνε τον κοινό πολίτη με στύλ και εκλεπτυσμένους τρόπους χωρίς να χυθεί ούτε το ουΐσκι από το ποτήρι τους, ενώ αλλού κάθε τρείς και λίγο έχουν ανατροπές καθεστώτων, γκουερίλες και ένα μάτσο κακόγουστα πράγματα, που εκτός από τη μόνιμη σύγχυση, κοστίζουν και ένα κάρο λεφτά.
Από την άλλη οι ανισότητες στις διάφορες συνθήκες δημιουργούν ρεύματα προς και από πληθυσμιακά κέντρα που αποσταθεροποιούν τα πάντα, όπως η σταθερή και "ανθρωπιστική" (για τους δικούς της μόνο πολίτες αλλά για τους υπόλοιπους σκληρή και άτεγκτη) ευρώπη, αδυνατεί να συγκρατήσει ή να ελέγξει τις ορδές μεταναστών που εισρέουν από τις πρώην αποικίες και προσεχώς δημοκρατίες, με επιπτώσεις τεράστιες σε όλα τα επίπεδα.
Το κακό είναι ότι τελείωσε η γη και άλλες αποικίες είναι αδύνατον να αφαιμάξει κανείς.
Ακόμα και η ελλάδα, το νέο λάφυρο, είναι και αυτή πεπερασμένη, τουτέστιν τί σου είναι πέντε-δέκα χρόνια εξόρυξης χρυσού, εφόσον τρέχουν οι υποχρεώσεις, τα δάνεια, κοκ.
Χωρίς νέες γαίες για επέκταση και χωρίς άλλες εναλλακτικές ή αποθέματα, έχουν τεθεί εκ των πραγμάτων μερικά πολύ σκληρά ζητήματα που απάντηση δεν έχουν λάβει ακόμα.
Πως, για παράδειγμα, να μην χρεωκοπήσουν αυτοί που κρατούν τα γκέμια της υφηλίου;
Πως, ας πούμε, να μην έχουν χασούρα από τους πολέμους αυτοί που πουλάνε τα όπλα, πως δηλαδή να γίνονται πολέμοι χωρίς να σκοτώνονται οι πελάτες τους, χωρίς να παίρνουν των ομματιών τους να έρχονται στη δύση και πως να συνεχίσουν να τεκνοποιούν στρατιώτες χωρίς φαγητό, παιδεία, περίθαλψη, αύριο, ζωή, κοκ.
Πως να κλέβεις το φαγητό από τους τριτοκοσμικούς χωρίς να σε πειρατεύσουν και πως να έχεις μία ενεργή αγορά χωρίς να αφήσεις τα ωραία σου λεφτάκια να βγούν από την άλμη που τα έχεις παστώσει.
Πως, τελικά, έχοντας ξεζουμίσει έναν πλανήτη, να συνεχίσεις να τον ξεζουμίζεις κι άλλο, όταν έχει μείνει μόνο η λεμονόκουπα.
Το μόνο που έχει μείνει για ξεζούμισμα είναι η δύση.
Οι ασιατικές ελπίδες έχουν ήδη αρχίσει να καταρρέουν γιατί οι ασιάτες απλά δεν έχουν τον χρόνο μέσα στον καταιγισμό των εξελίξεων και αυτό που πήρε για τους δυτικούς μερικούς αιώνες εκεί θα γίνει σε λίγα χρόνια, ήδη γίνεται ραγδαία. Ινδία, κίνα αραβίες, κοκ ξέρουν πως τα κουκιά τους είναι μετρημένα και τρέχουν να προλάβουν τον αρμαγεδώνα, ίσως μερικοί να μην πεθάνουνε πολύ αλλά μόνο στην ακρούλα. Θα δείξει το εγγύς μέλλον, από ότι καταλαβαίνω.
Και μέσα σε όλα αυτά, αναρωτιέμαι εδώ και καιρό μέσα στον κυνικο-ρομαντισμό μου πως θα ήταν αν μπορούσε να υπάρξει μία παγκόσμια σταθερότητα και ισοτιμία, κατά την οποία ο έλληνας να ζει με τις ίδιες μέσες-άκρες αξίες όπως ο ταυλανδός, ο καναδός, ο ελβετός ή ο μεξικάνος, δηλαδή η δουλειά του να κοστίζει το ίδιο, τα σπίτια και η τροφή να έχουν την ίδια τιμή και να είναι εξίσου ασφαλείς, εξίσου μορφωμένοι σε μέσες-άκρες ίδιου επιπέδου σχολεία και διαβίωση.
Να φορολογούνται με ακριβώς τα ίδια ποσοστά για ακριβώς τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες, δηλαδή το χρήμα και η εργασία να έχουν την ίδια αξία.
Θα ήταν τότε συμφέρον να γίνονται πόλεμοι;
Θα είχε νόημα να φύγεις από τη μία χώρα για να πας στην άλλη;
Θα ήταν συμφέρον να μην φορολογείς τους πλούσιους, αν δεν είχαν που αλλού να πάνε;
Θα ήταν συμφέρον να πουλάς χαμηλής ποιότητας σκουπίδια με χαμηλή διάρκεια ζωής στα νοικοκυριά αλλά μεγάλη διάρκεια ζωής στις χωματερές, αν δεν υπήρχαν χώρες-σκουπιδοτενεκέδες;
Θα ήταν συμφέρον να επενδύσεις σε υψηλού ρίσκου παρανομία αν δεν είχες φορολογικούς παράδεισους;
Αν το νόμισμα ήταν το "cosmo" θα ήταν συμφέρον να κάνει κανείς εσωτερική υποτίμηση ή να τυπώνει λεφτά ακατάσχετα ή να επινοείς όρους όπως σπρέντ και επαναξαναμανακεφαλαίωση;;
Δυστυχώς, αυτό το σενάριο δεν είναι ρομαντικό αλλά αντιθέτως άκρως κυνικό, διότι μία τέτοια ομοιομορφία θα οδηγούσε σε εφιαλτικό έλεγχο των πάντων τον οποίο θα μπορούσες να γλιτώσεις μόνο αν πήγαινες στο διάστημα.
Γιατί, όπως όταν διαφημίζουν παγωτά δεν δείχνουν έναν χοντρό με σάπια δόντια αλλά κάποια που παγωτό βλέπει μόνο στο γύρισμα της διαφήμισης κι αυτό το ξαναφτύνει, έτσι και με τα ιδανικά μας, δε μας λένε ότι μία πανανθρώπινη κοινωνία όπου όλοι θα είναι ίσοι στην πραγματικότητα θα είναι ίσοι προς τα κάτω, διότι οι χαρτογιακάδες θα κρατήσουν για πάρτη τους τη δόξα κι όλους τους άλλους θα τους θέλουν από κάτω για να έχουν κάποιον να περιφρονούν, να νιώθουν ότι ο εκμεταλλευτής είναι μάγκας και τσίφτης ενώ το θύμα ας πρόσεχε και καλά να πάθει που είχε τη βλακεία να μην είναι εγκληματίας.
Θα ήταν σα να ήταν όλα τα ψάρια της θάλασσας ίδια.
Για φαντάσου έναν ωκεανό με τσιπούρες ή δελφίνια μόνο.
Η μόνη τους επιλογή θα ήταν ο κανιβαλισμός.
Οι χώρες που πήγαν μπροστά είναι εκείνες που έδωσαν βάρος στην κοινωνική πολιτική, διότι έτσι κατέστη συμφέρον για τους πολίτες να είναι παραγωγικοί. Η κοινωνική πολιτική όμως είναι ακριβή και δεν ξέρω καθόλου αν οι μεγιστάνες έχουν όρεξη να αποχωριστούν τα αποθέματά τους, έστω και για μία τέτοιου μεγέθους επένδυση.
Δεν είναι ο κατώτατος μισθός ούτε ο ανώτατος το πρόβλημα. Ούτε είναι οι κυριακές ούτε καν οι εισφορές και οι συντάξεις.
Το πρόβλημα είναι ένα, το εξής αιώνιο: λεφτά.
Ας υποθέσουμε ότι είσαι γεωργός δέκα χιλιάδες χρόνια πριν. Για να μπορείς να συνεχίσεις να ζείς, πρέπει η σοδειά σου να είναι μεγαλύτερη από αυτή που χρειάζεσαι, έτσι ώστε να μπορέσεις την περίσσεια να την αποθηκεύσεις για του χρόνου, να την εμπορευτείς με αντάλλαγμα άλλα αγαθά όπως ρουχισμό, εργαλεία, κοκ.
Υπεραξία, λοιπόν με το καλημέρα σας.
Το ποσοστό της υπεραξίας αυτής, του κέρδους, είναι το κλειδί και όσο περισσότερα περιμένουμε από την ζωή μας, τόσο μεγαλύτερη είναι η υπεραξία που πρέπει να παράγουμε, διότι αν ήσουν αγρότης πριν από 10.000 χρόνια δεν είχες προσδοκίες ίδιες με τον σημερινό άνθρωπο, σωστά;
Σωστά.
Άρα, για να είναι βιώσιμος ο σημερινός άνθρωπος, ώστε να μπορεί να απολαμβάνει όλα αυτά, πρέπει το προιόν της δουλειάς του να είναι υπερχιλιαπλάσιο εκείνης του αρχαίου αγρότη.
Αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα, διότι τα σωματικά όρια του ανθρώπου είναι αδιαπραγμάτευτα, ίδια , μέσες άκρες για όλους, και δεν μπορεί ο κάθε ένας από εμάς να δουλεύει τόσο πολύ.
Για να το σχηματοποιήσουμε, ας φανταστούμε πως θα ήταν η ζωή μας αν φτιάχναμε μόνοι μας όλα όσα χρειαζόμαστε μέσα σε μία ημέρα, από τις φέτες για τοστ, μέχρι το μεταφορικό μας μέσο ή τα ρούχα μας. Με τον δικό μας χρόνο και με υλικά που είτε θα παράγαμε μόνοι μας είτε που θα έπρεπε να αγοράσουμε με λεφτά που θα κερδίζαμε πουλώντας δική μας εργασία.
Ο ρυθμός της ευτυχίας μας θα ήταν ριζικά διαφορετικός.
Φυσικά, υπάρχουν τρόποι να ξεγελά κανείς τη φύση, αυξάνοντας την υπεραξία του ανθρώπου. Έχουμε την τεχνολογία, που μας δίνει την δυνατότητα να παράγουμε με μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο αγρότης του παρόντος είναι ασύγκριτα παραγωγικότερος σε σχέση με τον αρχαίο συνάδελφό του. Έχουμε την μαζική παραγωγή, όπου μεγάλες ομάδες ανθρώπων ασχολούνται με το ίδιο προϊόν Έχουμε την αδικία, που επιτρέπει σε ορισμένους να κλέβουν υπεραξία από άλλους.
Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει διότι στην ουσία δεν το έχουμε λύσει. Η υπεραξία, το λίγο παραπάνω κέρδος που θα μου επιτρέψει να βελτιώσω τη ζωή μου αντί να ζώ δια παντός στον ίδιο βούρκο, είναι αναντίστοιχη με την εργασία μου.
Γιατί είναι αναντίστοιχη;
Γιατί, πλέον, δεν θέλω απλά να είμαι υγιής και να ζω με τη δουλειά μου και να πάνε τα παιδιά μας σχολείο και να έχω απλά όσα χρειάζομαι. Αυτό που θέλουν οι άνθρωποι είναι και να παραμείνουν νέοι για πάντα, να μην ασπρίζουν τα μαλλιά τους, να τρώνε κάθε μέρα κρέας και ετοιματζίδηκα προτηγανισμένα μεζεδάκια σε καθημερινή βάση, να πίνουν κόκακώλα, να το παίζουν γκόμενοι καθημερινά και να παραμυθιάζονται με τις χαζοσειρές στην τιβή, και μετά να τρέχουν στα γυμναστήρια για να μην χοντρύνουν. Θέλουν να ζούν μέσα στην κατάχρηση και την κραιπάλη αλλά χωρίς να υποστούν ούτε τις σωματικές, ούτε τις κοινωνικές συνέπειες.
Θέλουν να έχουν τον γιατρό σε ετοιμότητα δια παν ενδεχόμενον, αλλά και να τρέχουν για λιποαναρόφηση και μπότοξ όποτε έχουν τις ανασφάλειές τους. Θέλουν να είναι μορφωμένοι χωρίς να ανοίξουν βιβλίο.
Το κόστος όλων αυτών είναι αστρονομικό.
Ο λόγος που τα θέλουμε όλα αυτά είναι ότι έτσι μας λένε αυτοί που τα πουλάνε. Και ο λόγος που μας λένε ότι τα χρειαζόμαστε είναι ότι αν δεν τα πουλήσουν όλα αυτά δεν θα μπορέσουν να επιζήσουν.
Η γιατρειά δεν θα είναι όμως να καταρρεύσει το σύμπαν, γιατί αυτό δεν το θέλει κανείς.
Η γιατρειά είναι να βρεθεί, ή μάλλον να εφαρμοστεί γιατί από καιρό είναι γνωστό αυτό το μυστικό, η χρυσή τομή, η τέλεια αναλογία κέρδους/βιωσιμότητας ανάμεσα στο πόσο κέρδος μπορώ να παράγω και στο πόσο μπορώ να επανεπενδύω ή να καταλώνω, και αυτό να ισχύσει για όλους. Τώρα αυτή η σχέση είναι διαταραγμένη, δηλαδή άλλη είναι η αναλογία για τον μεγιστάνα και άλλη για τον χειρωνάκτη, δηλαδή ο μεγιστάνας έχει ποσοστό κέρδους α ενώ ο χειρωνάκτης ω, πράγμα που σημαίνει ότι ο χειρωνάκτης δεν έχει απολύτως κανένα συμφέρον να συνεχίσει αυτή τη δουλειά, οπότε επιχειρεί με κάθε τρόπο να ανέβει από την άλλη μεριά της τραμπάλας, για να το θέσω σχηματικά για άλλη μία φορά.
Προτείνω μία δοκιμή.
Ας δοκιμάσει ο περίεργος αναγνώστης το εξής για μία εβδομάδα ή για όσο του αρέσει: να μην φάει ούτε πιεί ούτε με άλλο τρόπο καταναλώσει οτιδήποτε δεν έχει φτιάξει ο ίδιος με τα χέρια του. Να μην παραγγείλει απ'έξω, ούτε να αγοράσει τυρόπιτα, αλλά να φτιάξει μόνος του το ψωμί και να μαγειρέψει το φαγητό του κάθε μέρα, να μην πιεί ούτε πορτοκαλάδα ούτε χυμό αν δεν τον έχει στύψει μόνος του, κοκ.
Οι μύθοι υπάρχουν στους πολιτισμούς όχι για να καταγράψουν ιστορικές αλήθειες, αλλά περισσότερο σαν συμβολισμοί της συλλογικής ταυτότητας, κάτι που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί.
Για παράδειγμα, οι μύθοι του Αισώπου ή άλλοι πολλοί στην Ελληνική μυθολογία σε καμμία περίπτωση δεν αποτελούν ακριβή ιστορική καταγραφή με την επιστημονική έννοια, αλλά αντανακλούν με εύγλωττο τρόπο τις νοοτροπίες και την κοινωνική δομή , μέσω των οποίων μας δίνεται η δυνατότητα να συμπεράνουμε και τα υπόλοιπα, τα επιστημονικά, όπως περί παραγωγής, οικονομίας και πολιτικής.
Για αυτό, τα γραπτά που καταγράφουν τέτοιους μύθους είναι πολύτιμα τόσο σε ευρύτερο πολιτισμικό επίπεδο για την καλαισθησία τους όσο και σε προσωπικό επίπεδο, όχι μόνο γιατί οι άνθρωποι βρίσκουν τις διαχρονικά ρίζες τους μέσα σε αυτούς, αλλά και γιατί τα μηνύματα που περιέχουν μέσα από επεξεργασία αιώνων έχουν διαμορφωθεί έτσι ώστε να είναι εύκολα αντιληπτά, οι συμβολισμοί τους έχουν άμεσο αντίκτυπο στο νού μας, είτε είμαστε διδάκτορες είτε αγράμματοι χειρώνακτες.
Συμφωνήσαμε λοιπόν ότι οι μύθοι, αν και καθόλου επιστημονικοί, παίζουν σημαντικό ρόλο για εμάς και εσκεμμένα χρησιμοποίησα την δική μας μυθολογία ως παράδειγμα.
Θα συμφωνήσετε επίσης ότι, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αλλά και στη λογική ή ίσως στην ηθική της παρρησίας και της ελευθερίας του λόγου, είναι κακό να καταστρέφει κανείς βιβλία, όσο και αν διαφωνούμε με αυτά ή αν το ευρύτερο σύνολο καταδικάζει το περιεχόμενο ορισμένων βιβλίων. Σωστά;
Για παράδειγμα, αν κάποιος υποστηρίξει ότι η αρχαιοελληνική μυθολογία δεν είναι ιστορική αλήθεια και για αυτό τα κείμενα αυτά πρέπει να καταστραφούν ή να μη διδάσκονται στα σχολεία, θα πέσουμε να τον φάμε, σωστά; Σωστά, βέβαια!
Κάτι άλλο στο οποίο θα συμφωνήσουμε, ελπίζω, είναι ότι οι αξίες αυτές είναι για όλους, δεν είναι δηλαδή λογικό να έχει ελευθερία του λόγου ο ένας αλλά ο άλλος όχι, διότι αυτό δεν είναι ελευθερία του λόγου αλλά λογοκρισία του ενός από τον άλλον.
Άρα, βάσει ποιας λογικής έκαναν οι άθεοι απόσυρση βιβλίων θρησκευτικού περιεχομένου; Γιατί ζητούν να μη διδάσκονται τα θρησκευτικά στο σχολείο, ειδικά εφόσον παρέχεται η δυνατότητα στους μαθητές όλων των επιπέδων να εξαιρεθούν από το μάθημα αυτό εάν το επιθυμούν; Δεν είναι αυτή η ενέργεια ανάλογη με το κάψιμο των βιβλίων από διάφορους κατά καιρούς; Δεν ισοδυναμεί με λογοκρισία και ανελευθερία, την οποία οι άθεοι απεχθάνονται;
Εκτός από σφάλμα τακτικής εκ μέρους των άθεων, θεωρώ ότι τα θρησκευτικά κείμενα πρέπει να διδάσκονται και ειδικά τα δικά μας, τα χριστιανικά, για έναν και μόνο λόγο. Οκ, ξεχάστηκα, για δύο λόγους. Ο δεύτερος είναι διότι αποτελούν μέρος της παράδοσης και της ιστορίας, της αισθητικής του κάθε λαού, είναι αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας ενός λαού.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι από πουθενά αλλού δεν εκπορεύεται ηθική στην κοινωνία μας, όχι μόνο τώρα αλλά ανέκαθεν. Η τέχνη μας λέει να κάνουμε σεξ όλη την ώρα και να νοιαζόμαστε μόνο για τον εαυτό μας και το τώρα, πράγμα που έχει την αξία του μεν, αλλά όχι μόνο αυτό. Οι άνθρωποι δεν ζουν αν δεν φροντίσουν για το μέλλον. Μετά το σεξ έχουν και άλλα πράγματα να κάνουν, καθώς και άλλους ανθρώπους τριγύρω τους. Αν κάνουμε μόνο σεξ και δεν φροντίζουμε για το μέλλον αλλά κοιτάμε μόνο τον εαυτούλη μας τώρα, όπως μας λένε οι τέχνες, τότε σε τί διαφέρουμε από τα ζώα; Σε τίποτα, εκτός που περπατάμε όρθιοι. Άλλωστε, ηθική και τέχνη, ποτέ δεν ήταν και τόσο καλές φίλες...
Θα μου πείς, υπάρχουν οι Νόμοι. Οι Νόμοι υπάρχουν, αλλά είναι φτιαγμένοι από πλούσιους, που είτε δεν έχουν ιδέα για το τί περνάνε οι υπόλοιποι είτε έχουν συμφέρον να φτιάχνουν νόμους όπως τους βολεύει, όπως ο Βουλγαράκης που κατά το "Ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό" έφαγε από το Βατοπέδι ένα κάρο λεφτά και μετά ο Καραμανλής (μαζί με τη Ντόρα, τον Σαμαρά, τον Καμμένο, κοκ) φρόντισαν να παραγραφεί, βάσει ενός νόμου που λέει ότι μετά από ένα χρόνο δεν είναι πια κλεψιά.
Εσύ, αυτούς τους Νόμους θέλεις να μου τους πλασάρεις για ηθική; Υποστηρίζεις, ίσως, ότι μπορεί πάνω σε τέτοιους νόμους να πάει μπροστά μία κοινωνία; Αυτό, όπως φαίνεται, σηκώνει μεγάλη συζήτηση, η αρχή της οποίας είναι η εξής: πως μπορεί οποιαδήποτε νομοθεσία να συμπεριλάβει όλες τις ηθικές και ανήθικες διαστάσεις την ζωής μας, να τις καταγράψει και να τις αξιολογήσει; Αυτό, εκτός από εξαιρετικά δύσκολο λόγω της πολυπλοκότητας των ανθρώπινων σχέσεων, είναι και τρομακτικό, διότι σημαίνει ότι κάποιος παρακολουθεί την κάθε σου στιγμή, πάντα, κάθε λεπτό και κάθε δευτερόλεπτο, να δίνεις λογαριασμό για την κάθε σου ανάσα.
Σε αυτό το σημείο οι άθεοι θα πουν : μα και η θρησκείες αυτό δεν κάνουν; Δεν περιορίζουν την ελευθερία των ατόμων; Το κάνουν, και μάλιστα βάναυσα. Όμως, πολύ συχνά δεν είναι η ίδια η θρησκεία που το κάνει αλλά περισσότερο οι πολιτικοί που εκμεταλλεύονται τη θρησκεία για να κερδίζουν ισχύ και πολέμους. Ο Ιησούς, πχ, είπε ότι πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον και ότι δεν πρέπει να σκοτωνόμαστε, αλλά οι Άγιοι Πατέρες έστειλαν κόσμο να σκοτώνει ανθρώπους στις αποικίες και στις σταυροφορίες. Φταίει το ιστορικό πρόσωπο που λέγεται Ιησούς και η διδασκαλία του, ή μήπως φταίει ο κάθε ένας που προσαρμόζει τα κείμενα όπως γουστάρει;
Για να αντιστρέψω το ερώτημα, θα θέσω το εξής ζήτημα. Αν κάποιος από τους άθεους προσπαθήσει να καταγράψει τις αξίες των άθεων (οι οποίες παρεμπιπτόντως ταυτίζονται με εκείνες των διδαγμάτων του χριστού σε πολλά σημεία, τόσο ώστε εύκολα να θεωρούνται οι καλύτεροι χριστιανοί) σε ένα κείμενο, τότε τί λέτε ότι θα συμβεί; Εγώ λέω ότι όσο καλοπροαίρετος και αν είναι ο συγγραφέας ενός τέτοιου κειμένου, είναι βέβαιο ότι το κείμενό του θα υποστεί πολλές φθορές. Πρώτον και κύριον, θα παρερμηνευτεί με τόσους πολλούς τρόπους, που σύντομα θα καταλήξει να σημαίνει το αντίθετο από αυτό που είχε αρχικά στο μυαλό του ο άθεος συγγραφέας, όπως συνέβη και με τη Βίβλο και με άλλα θρησκευτικά ή ιδεολογικά ή φιλοσοφικά κείμενα, από τον Μαρξ μέχρι τον Δαλάη Λάμα, να ψελλίζει κανείς "Διότι η άγνοια φέρνει αλόγιστο θάρρος, ενώ η γνώση δισταγμό" και να μπαίνει με το καλάσνικωφ σε ένα σχολείο και να θερίζει κόσμο... Δεύτερον, όπως προαναφέρθηκε, η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι τόσο πολυεπίπεδη, που είναι αδύνατον να τα προβλέψει κανείς όλα και ακόμα πιο ακατόρθωτο να τα αξιολογήσει κανείς όλα, τί είναι καλό, τί είναι κακό,κοκ. Τα θρησκευτικά κείμενα αντιμετώπισαν αυτή την δυσκολία με δύο τρόπους. Πρώτον χοντρικά έθεσαν κάποιους στοιχειώδεις κεντρικούς τυφλοσούρτες για τα βασικά (γάμοι, σεξ, κοκ) ενώ για τα επιμέρους χρησιμοποίησαν συμβολισμούς, μύθους, καλούς Σαμαρείτες, Ερινύες, κοκ. Αυτοί οι συμβολικοί μύθοι δίνουν το πνεύμα αλλά σε καμμία περίπτωση το γράμμα του θρησκευτικού νόμου, γιατί αν πας να ακολουθήσεις κατά γράμμα αυτούς τους μύθους θα δυσκολευτείς λιγάκι, προφανώς.
Πες μου εσύ τώρα, αν μπορεί ένας νόμος του κράτους να γίνει συμβολικός και τί θα γινόταν αν το προσπαθούσε κάποιος.
Στα ίδια πλαίσια κινείται και η φιλοσοφία, η οποία εκτός από τις δυσκολίες που είπαμε, έχει και την εξής ιδιαιτερότητα: ενώ οι νόμοι και η τέχνη έχουν άμεσο αντίκτυπο στις ζωές όλων των ανθρώπων, η φιλοσοφία πολύ συχνά είναι απρόσιτη για τους κοινούς ανθρώπους, όχι μόνο γιατί για να κάτσεις να κάνεις φιλοσοφική συζήτηση πρέπει να μην κάνεις τίποτα άλλο για κάμποση ώρα, πράγμα που ο μέσος βιοπαλαιστής απλά δεν μπορεί να κάνει, αλλά και γιατί ειδικά στις ημέρες μας η φιλοσοφία έχει αποκοπεί από την υπόλοιπη ζωή, έχει καταντήσει ανακύκλωση ελιτίστικων κλισέ, ανθρώπων που βλογάνε ο ένας τα γένια του άλλου αποκλείοντας κάθε άλλη έκφραση από τον δημόσιο λόγο, με άλλα λόγια αν επιχειρήσει ένας εκτός-κλίκας να εκφραστεί, καταδικάζεται άμεσα από τους εντός-κλίκας και ούτε εκδίδονται τα κείμενά του ούτε παίρνει καλές κριτικές αλλά θάβεται από τους νονούς του ελιτίστικου μονοπώλειου.
Ακόμα και στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης όπου ανθεί η αθεΐα, υπάρχει η εξής αντίφαση: ζούν πάνω στο καπιταλιστικό πρότυπο, απομυζώντας φτηνό φαγητό από τις φτωχές χώρες αλλά πουλώντας ακριβά τη γνώση, για να βρεί βιβλίο ο Σομαλός του οποίου τα ψάρια αγοράζουν για τρείς κι εξήντα του χρεώνουν μίας ζωής μισθούς. Είναι δίκιο αυτό; Ο Βορειο-Ευρωπαίος μπορεί να μην το συνειδητοποιεί, αλλά κάθε φορά που τρώει τόννο ή σκουμπρί σκοτώνει κι από ένα μικρό χωριό. Και παρόλο που το γνωρίζουν, συνεχίζουν, να ζούν από την τέχνη αντί να παράγουν φαγητό, να παίρνουν επιδόματα για να μην παντρευτούν τη στιγμή που σε άλλα μέρη του κόσμου δουλεύουν για τρία δολάρια το μήνα ώστε η βόρεια ευρώπη να έχει φτηνά μποτάκια ή μπάλες ποδοσφαίρου. Ωραία ηθική, αυτή της κατανάλωσης, που έχουν οι πολιτισμένοι, εκλεπτυσμένοι και, πάνω απ'όλα, φιλοσοφημένοι!
Τί θα ήταν ο Βορειο-Ευρωπαίος χωρίς τα λεφτά του; Θα ήταν τόσο ανώτερος; Θα είχε τα λεφτά να αγοράζει βιβλία και να πουλάει μούρη; Πόσο ηθικός θα ήταν ο Βορειο-Ευρωπαίος, πιστός ή άθεος, όσα βιβλία και αν είχε διαβάσει, αν δεν είχε να φάει;
Αυτό που θέλω να επισημάνω τελικά είναι ότι η προσωπική πορεία και εξέλιξη του καθενός μας, δεν εξαρτάται τόσο από τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις αλλά από το σύνολο όσων διαμορφώνουν τη συνείδησή μας. Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς νόμους, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς φιλοσοφία ή ιδεολογία και σε καμμία περίπτωση δεν θα ήθελα να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς τέχνη.
Από την άλλη είναι και η θρησκεία που παίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη δημόσια ζωή, παρά τις ανθρώπινες ατέλειες που καταλογίζουμε στους εκπροσώπους της.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι μέσα από τους συμβολισμούς, τους κώδικες και τις αλληγορίες βγαίνουν διδάγματα που δεν βγαίνουν ούτε από τους νόμους, ούτε από τη φιλοσοφία ούτε από την τέχνη, με τον ίδιο τρόπο που ούτε η τέχνη μπορεί να αντικατασταθεί από τη φιλοσοφία ούτε η φιλοσοφία να αντικατασταθεί από την θρησκεία ή από την ιδεολογία. Όλα παίζουν το ρόλο τους και ότι αποκλείοντας κανείς οποιοδήποτε από αυτά από τη ζωή και τη σκέψη του απλά έχει ένα λιγότερο διανοητικό εργαλείο στη διάθεσή του.
Εν κατακλείδι, δεν πρέπει να καταστρέφουμε ούτε να αποκλείουμε κανένα βιβλίο, απλά και μόνο επειδή έτυχε κάποιοι ηλίθιοι, αντί να καταλάβουν δύο απλά πράγματα, να χρησιμοποιήσουν τις ρήσεις (οποιουδήποτε) για να δικαιολογήσουν τις εσφαλμένες τους επιλογές, τις τύψεις τους ή την παράνοια που κρύβουν στο μυαλό τους.
Αυτό που θαρρώ ότι έχουν στο νού τους οι άθεοι είναι ότι, αφού οι εκπρόσωποι των θρησκειών είναι διεφθαρμένοι, τότε καταστρέφοντας τα βιβλία τους, καταστρέφεις και την πηγή της διαφθοράς τους. Δεν είναι αυτό αφελές; Η ανθρώπινη αδυναμία δεν εκπορεύεται από τα βιβλία, αλλά από τους ανθρώπους (για να εκφραστεί μέσα από τα βιβλία) και ανάλογα με την ηθική του καθενός αναζητά ο καθένας το ανάγνωσμα που του ταιριάζει, κι αν δεν το βρεί θα το γράψει μόνος του.
Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να κάνουν αμαρτίες, παρανομίες, ανηθικότητες και κακογουστιές παρά την ύπαρξη της θρησκείας, των νόμων, της τέχνης και της φιλοσοφίας, και αυτό είναι κάτι που οι άθεοι πρέπει να αποδεχτούν.
Είναι στα αλήθεια τόσο αντιφατικό το γεγονός ότι όσο τα παιδιά μας είναι μικρά κάνουμε ότι είναι δυνατόν να τα πείσουμε ότι ο Άη Βασίλης υπάρχει. Και μετά, συνήθως μετά την πάροδο μόλις τριών ή τεσσάρων χρόνων αναρωτιόμαστε πως να τους αποδείξουμε ότι τελικά δεν υπάρχει και πώς στο καλό θα τους το πούμε χωρίς να τα στεναχωρήσουμε.
Προσωπικά, αν ήμουν παιδί (με το μυαλό του ενήλικα όμως) θα έλεγα "Δηλαδή τόσο καιρό με παραμύθιαζες ρε, #%*^@; Με δουλεύεις εδώ και τόσα χρόνια για την πλάκα σου, για να λες τι γλυκούλι και να τραβάς φωτογραφίες για το ίνσταγκραμ και να παριστάνεις τον καλό γονιό εις βάρος μου; Φτου σου λεχρίτη!"
Έτσι θα έλεγα και θα είχα δίκιο.
Ειδικά αν ήξερα αυτό που ξέρω τώρα, ότι δηλαδή ο Άγιος Βασίλης δεν είναι ένας χοντρός φαταούλας που όλο τον χρόνο κάθεται και δουλεύει μόνο μία φορά τον χρόνο και τρώει τα μπισκότα των παιδιών, αλλά ένας σκληρά εργαζόμενος ασκητής που σπούδασε φιλοσοφία και ρητορική, έχοντας δωρίσει όλη την περιουσία τους στους φτωχούς.
Δεν ήταν παντρεμένος ούτε ήθελε λαμπάκια ούτε ήταν κανένας αρχηγός καλικάντζαρων αλλά ένας σεμνός και εγκρατής μοναχός που μόνη του ενασχόληση ήταν η φιλανθρωπία για την οποία τελικά έγινε ευρέως γνωστός και η εκκλησιαστική ορθότης η οποία κατά πολλούς αποτελεί κοτσάνα, έπαιξε όμως μεγάλο ρόλο στην ιστορία και στη διαμόρφωση της Ελλάδας όπως είναι τώρα.
Εναντιώθηκε στα πολιτικά συμφέροντα του καιρού του, σε αντίθεση με τον ηλίθιο, εγωιστή χοντρό που δεν ξέρει τίποτα άλλο εκτός από το να τρώει και, ακριβώς επειδή παρά τα πλούτη που είχε κληρονομήσει ο ίδιος έζησε σαν φτωχός, όταν πέθανε σε νεαρή ηλικία στην κηδεία του δεν παρευρέθησαν μόνο οι χριστιανοί της περιοχής του αλλά κάθε λογής άνθρωποι που είχε ευεργετήσει, ένα τσούρμο μεγάλο που θρηνούσε.
Ακόμα χειρότερα, σαν κομπλεξικοί που είμαστε, αντί με υπερηφάνεια να διαλαλήσουμε ότι ο καταπληκτικός αυτός άνθρωπος ήταν Έλληνας του Πόντου, από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (όπως η γιαγιά μου, άσχετο, αλλά τί να κάνεις συνειρμοί είναι αυτοί) αντί λοιπόν να πούμε σε όλη την υφήλιο ότι ο Άγιος είναι Έλλην με Ε κεφαλαίο, συμβιβαζόμαστε με ένα άχρηστο, χοντρό, ματαιόδοξο εκβιαστή.
Γιατί, και εδώ έγκειται το μεγαλύτερο ψέμα των εποχών, ο Άγιος Βασίλειος δεν μοίραζε δώρα μόνο στα καλά παιδιά των ρατσιστών της δύσης, ούτε κρατούσε φάκελο για κάθε άνθρωπο αλλά αντιθέτως, ήταν τόσο καλός που ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το θρήσκευμα των ανθρώπων, τους βοηθούσε όλους, όχι μόνο την πρωτοχρονιά αλλά πάντοτε.
Τί αξίες θα εμφυσήσουμε στα παιδιά μας που τόσο τα λατρεύουμε, αν δεν τους τα πούμε όλα αυτά, παρά μόνο τους κλείσουμε το στόμα με γυαλιστερά δώρα, αποκρύπτοντας την φιλανθρωπία και την αλληλοβοήθεια για να προτιμήσουμε την καταναλωτική παραφιλολογία που προωθείται από τα καταστήματα παιχνιδιών;
Είναι κάτι κινήματα για την κάνναβη που υποστηρίζουν ότι η χρήση της ως ναρκωτικό δεν είναι βλαπτική.
Δημοσιεύουν δημοσιεύματα κατά τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν είναι εθιστική, δεν βλάπτει τα ζωτικά όργανα και ότι δεν έχει παρενέργειες, ή ακόμα ότι άλλες ουσίες όπως ο καπνός ή το αλκοόλ είναι πολύ πιο επικίνδυνα.
Όλα αυτά μπορεί να είναι αλήθεια.
Δεν μας λένε όμως πόσοι από όσους ξεκινούν με κάνναβη καταλήγουν σε πιο βαρειές ουσίες, ούτε ποιό ποσοστό αυτών, παρόλο που ίσως δεν προχωρήσουν "παρακάτω" συνεχίζουν την κατανάλωση όχι τόσο πολύ εθισμένοι στην ίδια την ουσία, όσο στην νοητική φυγή που διαλύει τις προτεραιότητες στην καθημερινή ζωή ενός ανθρώπου.
Η φυγή από την πραγματικότητα είναι το μεγαλύτερο ναρκωτικό, η δε άρση του βάρους της ευθύνης, της βιοπάλης, η λήθη του πόνου και της ματαιότητας ήταν ανέκαθεν το ναρκωτικό που καλλιέργησε όλα τα άλλα, όμως η υπερβολή σε αυτό είναι που καταστρέφει τον άνθρωπο.
Και η δική μου ένσταση σε όλα αυτά είναι η εξής:
δεν πειράζει να αποδρά κανείς που-και-που. Αυτό που πειράζει είναι το να φτιάχνεσαι σε τακτική βάση και να τελείς υπό την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ναρκωτικό που δεν πειράζει.
Γιατί ακόμα και η "καλή" κάνναβη, εκτός από εισαγωγή στις υπόλοιπες ουσίες, κάνει ακριβώς αυτό, δίνει την εντύπωση ότι δεν πειράζει να είναι κανείς φτιαγμένος, ότι μπορείς να τριπάρεις χωρίς συνέπειες όσο γουστάρεις. Και κάποιος που μπαίνει στην διαδικασία της "φυγής" νομίζοντας ότι αυτή δεν έχει συνέπειες, ειδικά οι νέοι που είναι πιο επιρρεπείς σε πειράματα και δοκιμές,δεν είναι απίθανο να καταστρέψουν τη ζωή τους σε μία "άκακη" μέθη αντί να κυνηγήσουν το μέλλον τους ή να καλλιεργήσουν το νου τους.
Και, κοίτα τώρα το παράλογο.
Έχουμε από τα μήντια την προώθηση μίας ηδονιστικής ηθικής, όπου όλα είναι καλά. Καλοί οι γκέη, καλοί οι ναρκωμανείς, καλοί οι υποκριτές, καλοί οι εγωπαθείς, και οι αντροχωρίστρες και οι πόρνες, και οι άχρηστοι, αρκεί να είναι όμορφοι. Αρκεί να είναι κούλ ή της μόδας, αρκεί να έχει μουσική υπόκρουση σε τζαζ, αρκεί να είναι αστείοι και να μη σε πειράζουν. Και μέσα σε όλη αυτή την χαλαρότητα, τι σε πειράζει να κάνει ο άλλος ουσίες;
Σε πειράζει;
Καλός και αυτός.
Όλοι καλοί.
Όχι ότι είναι κακοί οι γκέη ή οι ναρκωμανείς ή οι υπόλοιποι . Απλά δεν γίνεται να τους γουστάρεις όλους. Μερικοί από εμάς προτιμούν τους μεν ή τους δε, ανάλογα με την προσωπικότητα ή τις εμπειρίες ή την ανατροφή ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, πάντως να τους έχεις όλους για καλούς δεν γίνεται. Το ποιόν θα δεχτείς στην συντροφιά σου είναι κάτι το προσωπικό, γιατί δεν γίνεται να σου αρέσουν όλοι: με κάποιους θα νιώθεις πιο άνετα και με άλλους θα νιώθεις πιο βολικά. Και, μεταξύ μας, το να δεχτείς έναν ναρκωμανή έχει τα ρίσκα του, όσο και αν είναι θύμα όσων αναφέρονται παραπάνω και παρακάτω.
Να όμως που φτάσαμε σε ένα σημείο η ηθική να μην εκπορεύεται από πουθενά, ούτε καν από την σηψαιμική θρησκευτική εκπροσώπηση και να μην μπορεί κανείς να κάνει τίποτα χρήσιμο παρά μόνο ανταλλάσσουμε διαστροφές αντί να παράγουμε το οτιδήποτε. Οι νέοι θεωρούν πιο μεγάλη μαγκιά τη μέθη κάθε είδους παρά την εργασία. Και είναι έτσι ο πολιτισμός τώρα που να ενθαρρύνει την ψεύτικη φυγή της κατανάλωσης, αν πιείς αυτό θα γίνει εκείνο, αν φας αυτό θα γίνει το άλλο, αν φορέσεις αυτό θα γίνει το παράλλο, τόσο που όταν οι άνθρωποι λένε "κάνε" αυτομάτως ο νους τους πάει στο πορτοφόλι και τίποτα να μην σου πάει στο μυαλό να "κάνεις" που να μην προϋποθέται να παραδοθείς στην λήθη, να ξεχάσεις τη χρησιμότητα του να έχεις χέρια και μυαλό.
Κι έτσι, όπως λέγαμε νωρίτερα περί ψευδο-δημιουργικότητας και ψευδο-φαντασίας, ολοένα και περισσότεροι διαλέγουν "δουλειές" που δεν αποτελούν τίποτα άλλο από υπεκφυγές από τον πραγματικό αγώνα της ζωής, γιατί αν κάποιος κουράζεται για να πετύχει κάτι ουσιαστικό, δεν έχει ανάγκη να "φύγει", απλά να χαλαρώσει λίγο πριν τον ύπνο.
Όταν κάποιος παλεύει για να πετύχει κάτι, γνωρίζει ότι η φυγή δεν αποτελεί επιλογή, ότι όποιος φεύγει, χάνεται και χάνει.
Βλέπω πολλά παιδιά γύρω μου να ψάχνουν με αγωνία κάτι να κάνουν για δουλειά για να ζήσουν στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα τα τελευταία 10 με 15 χρόνια, γιατί η κρίση δεν άρχισε όταν βάρεσαν οι μηντιακοί συναγερμοί αλλά είχε από πολύ νωρίτερα γίνει αισθητή σε όσους έχουν μάτια και βλέπουν, αν και ακόμα υπάρχουν κάτι ζώα που αντιλαμβάνονται μεν ότι πλέον τα νούμερα δε βγαίνουν, αλλά λένε ότι δε βαριέσαι θα βγούν αύριο.
Τέλος πάντων βλέπω αυτά τα παιδιά να προσπαθούν και να αναζητούν τρόπους και λύσεις.
Και όταν λέω παιδιά, μη φανταστεί κανείς ότι είναι τίποτα δεκαοχτάρια, η γενιά των νέων, γιατί πλέον όταν λέμε παιδιά εννοούμε τους τριάντα-κάτι.
Βλέπω λοιπόν τους τριαντάρηδες σαν παιδιά να κοιμούνται στα χαμομήλια, ενώ είναι ακριβώς αυτή η ηλικιακή ομάδα που λογικά θα έπρεπε να είναι η πιο κατασταλαγμένη, η πιο συνειδητοποιημένη και η πιο ώριμη, αυτοί που θα ήταν σε θέση να κάνουν αυτό που λένε οι παλιοί "να πιάσουν την πέτρα και να τη σφίξουν".
Κι όμως, αντί να είναι αυτοί πιο ώριμοι από τους εικοσάρηδες, πιο ξεκούραστοι από τους σαραντάρηδες, αρκετά δυναμωμένοι από την προπόνηση στο στίβο της ζωής αλλά αρκετά ορεξάτοι ακόμα, κείτονται στις καφετέριες συζητώντας ατέρμονα πλάνα που ποτέ δε βγαίνουν, κάνοντας δουλειές του ποδαριού και επενδύοντας τη σκέψη και την ενέργειά τους σε μία αδιέξοδη αναμάσηση συμπερασμάτων, σε μία παιδαριώδη επιχειρηματικότητα που περισσότερο θυμίζει νηπιαγωγείο παρά σοβαρή επένδυση ή εργασία.
Παντού καλλιτέχνες, καταρχάς. Γέμισε ο τόπος μουσικούς, φωτογράφους, σχεδιαστές, και συσκευασίες δώρου. Δεύτερον, η δική τους έννοια της "δουλειάς" έχει να κάνει με τυροπιτάδικο, καφετέρια ή εστιατόριο, κι έτσι βλέπεις τριγύρω στην πόλη σαν τα μανιτάρια να ξεπετάγονται ΄σε διάφορες μεριές μαγαζάκια με κόκκινες πλαστικές επιγραφές, να λάμπουν για δύο έως έξι εβδομάδες με την υποστήριξη συγγενών και φίλων και μετά λίγο-λίγο να μαραζώνουν σκονισμένα καθώς οι συγγενείς και φίλοι πόση τυρόπιτα να πάρουν πια...
Βλέπεις έξυπνους ανθρώπους που μετά βίας βγάζουν τα προς το ζήν να εννοούν δουλειά το να βάζουν μουσική σε κλαμπάκια, να σχεδιάζουν καρτούλες, να οργανώνουν πάρτι, να στολίζουν με χαριτωμένο τρόπο ένα σπίτι, ή να βάφουν τα νύχια τους.
Κοίτα όμως, το να ζωγραφίζεις όμορφα είχε σημασία όταν ήμασταν στο νηπιαγωγείο. Δημιουργικότητα δεν είναι να αγοράσεις όμορφα χαρτάκια, να αγοράσεις κόλλα και ασημί χρυσόσκονη, να αγοράσεις χάντρες και να περάσεις μία ολόκληρη ημέρα φτιάχνοντας ένα χαριτωμένο καδράκι που, ίσως κάποτε, αλλά τώρα πλέον κανείς δεν θα αγοράσει. Έχουμε μία ολόκληρη "δημιουργική" γενιά που δεν ξέρει τίποτα άλλο από το να συνδυάζει όμορφα χαρτάκια σε όμορφα σχεδιάκια. Να γράφει ιστοριούλες για παιδιά. Δημιουργικότητα δεν είναι το γούστο στο ντιζάην ή στη διακόσμηση ενός μαγαζιού που παρέχει ακριβώς ότι και όλα τα υπόλοιπα. Δημιουργικότητα δεν είναι ακόμα μία μπυραρία. Δημιουργικότητα δεν είναι να τραβάω φωτογραφίες από τοπία με ενδιαφέρουσες τεχνοτροπίες, με μία πανάκριβη φωτογραφική μηχανή.
Σίγουρα, όλα αυτά μέχρι κάποιο σημείο χρειάζονται, όμως στ'αλήθεια, αυτά δεν είναι δουλειές. Αυτά είναι που κάνουμε στον ελεύθερο χρόνο μας όταν βαριόμαστε, και μεταξύ μας, ο κάθε ένας με λίγη εξάσκηση μπορεί να κάνει για τον εαυτό του μόνος του. Και αυτό είναι που έχουν διδαχθεί, αυτό είναι που έχουν συνηθίσει να κάνουν ως τώρα και αυτό είναι που θεωρούν ως δημιουργικότητα και δουλειά.
Δεν φταίνε οι ίδιοι, όμως αυτοί είναι που θα υποστούν τις συνέπειες αν δεν ξυπνήσουν. Κάποιοι από αυτούς σιγά-σιγά αρχίζουν να συνέρχονται από την απύθμενη βλακεία που περιγράφεται παραπάνω, που καταδέχονται να κάνουν δουλειά που δεν συνεπάγεται να περιφέρεσαι από γραφείο σε γραφείο σείοντας καλόγουστα κοσμήματα.
Και, με τη βοήθεια της πολιτείας που έχει καταστήσει την πραγματικά παραγωγική εργασία ασύμφορη, είμαστε σαν κοινωνία (με ελάχιστες εξαιρέσεις) στρογγυλοκαθισμένοι στη φωλιά μας περιμένοντας τη μαμά-σπουργίτι να έρθει να μας ταΐσει ένα σκουληκάκι.
Χτίζεις έναν παραμυθένιο ξενώνα, με ονειρεμένη διακόσμηση, και περιμένεις να έρθει το χρήμα από τη μαμά-σπουργίτι.
Έτσι μάθαμε, έτσι κάνουμε.
Όχι όλοι.
Δημιουργικότητα δεν είναι να αγοράζεις φωτογραφικές μηχανές, μουσική ή όμορφα χαρτάκια, ή ταπετσαρίες. Δημιουργικότητα είναι να κοιτάς τριγύρω σου, να βλέπεις τί διαθέτεις και με αυτό να κατασκευάζεις λύσεις, να παράγεις αντί να αγοράζεις.
Επιχειρηματικότητα δεν είναι πλέον να ανοίξεις μαγαζί. Κάποτε, κάναμε το λάθος να πιστέψουμε ότι είναι, γιατί μας έδιναν για να ξοδεύουμε, τώρα όμως πρέπει, σαν ενήλικοι, να δουλέψουμε για αυτά που θέλουμε.
Κύριε κράτος, κάνε συμφέρον να παράγουμε.(Σώθηκα τώρα...)
Όχι να παρέχουμε καταστροφικές υπηρεσίες, ούτε να καθόμαστε καταναλώνοντας, αλλά κάνε τους νόμους έτσι που όποιος παράγει να βγάζει κέρδος, είτε μεγάλος είτε μικρός, είτε μικρομεσαίος, ανάλογα με την επένδυση.
Να παράγει φάρμακα, βαμβάκι και σιτάρι, να παράγει τροφή, πρώτες ύλες και ίσως, ενέργεια και τεχνολογία.
Αν όμως συνεχίσεις έτσι, κράτος, να κλέβεις το κέρδος μας για να ζήσουν οι φίλοι σου, τότε καλά θα κάνεις να σιγουρευτείς ότι οι φίλοι σου σε αγαπάνε πολύ και ότι θα σε καλύψουν όταν θα έρθουμε για το κεφάλι σου.
Είναι ιστορικά βεβαιωμένο, βλέπεις, όταν δεν υπάρχει ούτε ψωμί ούτε παντεσπάνι να καρατομείται κάποιος.
Ότι και αν διακηρύσσει μία θρησκεία, ένας νόμος, μία ιδεολογία ή κάποια φιλοσοφική θεωρία, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα εκμεταλλεύονται την ευπιστία ή την ανάγκη των άλλων, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα προσαρμόζουν τις ρήσεις των σοφών στις μικροπρεπείς τους υποθεσούλες ή στα απύθμενα απωθημένα τους ή ακόμα στο αδίστακτο συμφέρον τους.
Μπορεί ας πούμε να επιρρίπτει κανείς ευθύνες στις θρησκείες για τα διάφορα ανοσιουργήματα, όμως δες τί όλεθρο έφερε στην ανθρωπότητα η πολιτική και ο πλουτισμός των επιστημόνων. Μπορεί κάποιος άλλος να ισχυριστεί ότι το φταίξιμο πέφτει στον καπιταλισμό, δες όμως πόση καταστροφή έχει φέρει και το σοβιετικό πείραμα.
Ζούμε την αποκαθήλωση των πάντων, είναι όμως σημαντικό να διαχωρίζουμε την ιδανική Ιδέα από την ανθρώπινη εφαρμογή της. Οι ιδέες δεν σκοτώνουν ανθρώπους. Οι άνθρωποι το κάνουν με πρόσχημα τις ιδέες, για λόγο άλλο κανέναν εκτός από το να επικρατήσουν των αντιπάλων τους.
Πάρε τις πιο απαστράπτουσες θεωρίες και δες πως εξευτελίστηκαν στην πράξη. Δεν τον χριστιανισμό που από το "Ου φονεύσεις" έγινε σταυροφορίες και γενοκτονίες και αποικιοκρατικές σφαγές αμάχων ανά τις ηπείρους.
Πάρε τον κομμουνισμό που από κυριαρχία του λαού έγινε άδεια ράφια και κουπόνια για χαρτί υγείας, ένα ψωμί την εβδομάδα ανά οικογένεια και πείνα στο χιόνι, πάρε τον σοσιαλισμό με σπόνσορα την μονσάντο ή την πρόκτερ και γκάμπλ.
Είναι κακές οι ιδέες;
Είναι κακή η φύση του ανθρώπου που ενστικτωδώς στρέφεται κατά του ανθρώπου πάντα;
Οι Ιδέες, σαν ακόμα ένα ανθρώπινο δημιούργημα, είναι ο Θεός που ποτέ δε βλέπεις αλλά σε μία φαντασμαγορική εκδοχή της αυθυποβολής, σε εμπνέει να βάζεις όρια στο χάος και στον εαυτό σου. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα και οι άθεοι είναι θρήσκοι, διότι έχουν μία Ιδέα και δρούν πάνω σε αυτή. Οι Ιδέες είναι ο καλύτερος εαυτός μας που για πάντα προσπαθούμε να φτάσουμε, μία Ιθάκη που για χάρη της περνάς από ένα σωρό λιμάνια.
Ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ τέλειος, όμως με το τέλειο στο μυαλό μας βοηθάμε ο ένας τον άλλον και κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη, χιλιοστό-χιλιοστό, με κόπο κάθε μέρα.
Οι άνθρωποι χρειάζονται τις Ιδέες, γιατί αλλιώς στρέφονται κατά του εαυτού τους, για αυτό και είναι υψίστης σημασίας να ξεχωρίζουμε το σφάλμα του ατόμου από την εσφαλμένη Ιδέα.
Όταν ο Χριστιανισμός λέει "Ου φονεύσεις" τότε, αν τελικά φονεύσεις, δεν φταίει ο Χριστιανισμός αλλά το ηλίθιο άτομο που υπακούει διαταγές, που "πατρίς-θρησκεία-οικογένεια" ή που το κέρδος λέει "ρημάξτε τη Σομαλία" οπότε τί να κάνουμε έτσι είναι η ζωή.
Επίσης, είναι ακόμα σημαντικότερο να διακρίνει κανείς την Ιδέα από την αναγωγή των ενστίκτων μας σε ιδέες, όπως στην περίπτωση των χρυσαυγιτών, όπως στην περίπτωση των παγανιστικών τελετών και άλλων που βασίζουν τη δράση τους στο βίαιο ή/και στο γενετήσιο ένστικτο, δικαιολογώντας αυτή την υποβάθμιση του ανθρώπινου πνεύματος ως επιστροφή στη φύση.
Κοίτα όμως, στη φύση δεν έχει πολιτισμό, αλλά ωμό κρέας μία φορά στα τρία χρόνια κι ενδιάμεσα έντομα ή ρίζες που σκάβεις με τα χέρια για να βγάλεις, έχει κρύο και γύμνια, έχει άλογους πίθηκους να ουρλιάζουν ο ένας στον άλλον και καθόλου μα καθόλου τέχνη ή δικαιώματα ή σταθερότητα, που τόσο έχουμε για δεδομένη. Πόσοι θέλουν πραγματικά να επιστρέψουν στη Φύση; Μάλλον οι περισσότεροι προτιμούν μία ταπετσαρία στον τοίχο απέναντι από τον καναπέ τους, όπου καταναλώνουν την φύση υπό τη μορφή τόστ με μαγιονέζα και αναψυκτικό που σε κάνει να ρεύεσαι.
Άρα, δε φταίνε οι Ιδέες, η θρησκεία, η ιδεολογία ή η ηθική, ούτε η φιλοσοφία και η επιστήμη, αν οι άνθρωποι τις χρησιμοποιούν ως προφάσεις για την υπερβολή των ενστίκτων τους, όπως οι χρυσαυγίτες που είναι χριστιανοί παραβιάζοντας κάθε χριστιανική έννοια με τη δράση τους.
Οι άνθρωποι είναι αδύναμοι και θέλουν μία Ιδέα να φορτώσουν τα κρίματά τους, νιώθουν ενοχή πριν και μετά το λάθος.
Οι άνθρωποι θέλουν κάποιον να τους πεί τι να κάνουν, ώστε την ώρα της κρίσης να πουν "δεν έφταιγα εγώ, αυτός μου είπε".
Και αυτός είναι ο λόγος που όλες οι Ιδέες εξευτελίζονται τελικά.
Γιατί μέσα στα συντρίμμια των πολέμων η απολογία της ανθρωπότητας είναι αυτή.
Μπορεί να νομίζει ο καθένας ότι πρόκειται για ιδανικά και ιδεολογίες, πιστεύω και ηθική, όμως όλα στην ουσία καταλήγουν εκεί, στο εμείς και στο αυτοί.
Γιατί οι κοινωνικοί κανόνες που επιβάλλονται με διάφορους τρόπους στους πληθυσμούς στοχεύουν στην επιβίωση της ομάδας, του συνόλου που χαρακτηρίζεται κοινούς κώδικες, οι οποίοι βασίζονται ακριβώς σε αυτά τα μέσα, γιατί η θρησκεία η ιδεολογία και οι νοοτροπίες, έθιμα και ήθη, είναι ακριβώς αυτά: εργαλεία για την διατήρηση της συνοχής και κατά συνέπεια για την επιβίωση της ομάδας.
Με λίγα λόγια, όταν επιλέγουμε να πιστεύουμε σε αυτό αντί για το εκείνο, να ακολουθούμε αυτή την πρακτική αντί για εκείνη στη ζωή μας, τότε επιλέγουμε πλευρές, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι.
Έτσι, ενώ εμείς τελούμε υπό την ψευδαίσθηση ότι τα δικαιώματα είναι ατομικά, στην ουσία αυτό που συμβαίνει είναι μία διάλυση του συνεκτικού ιστού των ανθρώπων, των κοινωνιών. Γιατί κοίτα το παράδοξο: όταν πρόκειται για χρέη και αριθμούς, τότε είσαι υποχρεωμένος να ακολουθείς το σύστημα, όταν όμως πρόκειται για δικαιώματα τότε είσαι μoνάχος, γιατί είναι ατομικά.
Καλό, ε;
Οι ελιτ-ο-μαφιόζοι που υπερασπίζονται τη συμμορία τους, ο ένας τον άλλον δηλαδή, έχουν οργάνωση και πειθαρχεία που συνθλίβει τα ελεύθερα άτομα ένα-ένα.
Οι τρόποι που μέχρι τώρα διατηρούσαν τη συνοχή τους οι κοινωνίες ήταν δύο: έθνη και θρησκείες.
Τώρα;
Τώρα η ελίτ έχει ξεφύγει. Νομίζει ότι είναι αυθύπαρκτη.
Ενώ μέχρι τώρα ή ελίτ ήταν κατά κάποιον τρόπο συνδεδεμένη με την υπόλοιπη κοινωνία, με τους νόμους της φυσικής και τους νόμους της φύσης, παραγωγή και διανομή, από καιρό έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα που παλιά την στήριζε και τώρα καταρρέει. Η ελίτ, στο σύννεφο της έπαρσής της, έχει πάψει να είναι πιά ελίτ, παραλογισμός στα πούπουλα της μαλθακότητας.
Βγάζει νόμους που δεν εφαρμόζονται, κάνει υπολογισμούς που βγαίνουν πάντα λάθος, παράγει αγαθά που δεν τρώγονται και ιδέες που δεν φτουράνε. Η ελίτ δεν προκύπτει πια μέσα από την δεινότητα των μελών της αλλά περισσότερο αιμομικτικά αναπαράγει τα ιδεοληπτικά της γονίδια.
Η ελίτ έχασε το τραίνο της εξέλιξης, γιατί έπινε σαμπάνια.
Σαν τη Θρησκεία, που ενώ μέχρι πριν από εκατό χρόνια ήταν ο πρώτος θεσμός, τώρα πρέπει να ζητάει συγγνώμη από τους χρυσαυγίτες και τους γκέη. Δεν είδε τα σημάδια, δεν εξελίχθηκε, τεμπέλιασε, έμεινε πίσω να τσαμπουνάει τα ίδια τροπάρια. Και σαν την παπαρήγα, που αντί να εξαργυρώσει την φήμη της όσο ήταν καιρός, σάπισε μαζί με την καρέκλα της κα τώρα δεν την ακούει όυτε ο διαόλος.
Αντί για ελίτ, μόνο κάτι κλεφτρόνια τύπου Σαμαράς&Σια έχουν μείνει.
Το ερώτημα παραμένει, αυτοί ή εμείς.
Η απάντηση είναι απλή: αυτοί. Γιατί τόσα χρόνια δεν βγάλαμε το φίδι από την τρύπα, γιατί είπαμε "αφού όλοι έτσι κάνουν, ας πάρω κι εγώ λίγο μέλι" επειδή όταν μας ρώτησαν αν διαφωνούμε εμείς είπαμε ότι "τί με νοιάζει εμένα τί κάνει ο άλλος" και ότι δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο αλλά μόνο οπτικές γωνίες.
Η σκληρή αλήθεια όμως είναι ότι υπάρχει άσπρο και μαύρο.
Ή αυτοί, ή εμείς.
Δεν υπάρχει καλός κλέφτης, ούτε καλός δολοφόνος, όσο καλοντυμένος κι αν είναι.
Το φαγητό που παίρνει ο κλέφτης το παίρνει από εμένα και από εσένα, από τα παιδιά μας, για να έχει αυτός απόθεμα, για να έχει ευ ζήν και λάηφ στάηλ.
Η ελίτ από καιρό έχει πάψει να κερδίζει το ψωμί της και πλέον μόνο το κλέβει.
Η ελίτ πλέον δεν εξασφαλίζει την ευημερία των ανθρώπων της, δεν κάνει τη δουλειά της.
Η ελίτ πλέον δεν ηγείται, δεν διανοείται, αλλά μόνο συσσωρεύει αρπάζοντας.
Και ενώ είναι έτσι ο κόσμος που μία ελίτ είναι αναγκαίο να υπάρχει, είναι προφανές ότι ένα κενό με το χάος που συνεπάγεται έχει μείνει στη θέση της, και οι μαφιόζοι το εκμεταλλεύονται.
΄Η αυτοί, ή εμείς.
Όταν οι πραγματικότητες συγκρούονται τότε έχουμε σύγκρουση. Όταν οι πραγματικότητες συμπορεύονται τότε έχουμε αρμονία. Όταν οι πραγματικότητες δεν εφάπτονται, τότε έχουμε χάος.
Αποσυνδέοντας το χρήμα από την ευτυχία, το στυλ από την προσωπικότητα και το κέλυφος από την ουσία, τότε έχουμε κουκούτσια και φλούδες, σκουπίδια του κόσμου, για αρουραίους και κοράκια. Η συνοχή δεν είναι δεδομένη ούτε εύκολα στήνεται ούτε εύκολα χαλιέται. Πρέπει πολλά να έχουν γίνει πρώτα, μέχρι τελικά να καταλήξει κανείς στην ανέγερση ή στην ανατροπή.
Αποσυνδέοντας την πληροφορία από την αλήθεια, τη γνώση από τη συνέπεια, έχουμε το ψέμα. Φτάνουμε στο σημείο να είναι όλα αλήθεια κι όμως τίποτα να μην είναι σωστό. Γίνεται η αλήθεια όπλο αντί για εργαλείο.
Αποσυνδέοντας την ομιλία από την επικοινωνία έχουμε θόρυβο. Αποσυνδέοντας το νόημα από την έννοια, έχουμε δημαγωγία, αποσυνδέοντας την ιδέα από την εμπειρία έχουμε ανοησία, αποσυνδέοντας τον σκοπό από την φρόνηση έχουμε έγκλημα.
Και σε έναν τόπο που πολλοί αγάπησαν και πολλοί ζήλεψαν, για να έχει κανείς καθαρό μυαλό, ώστε να μην αποσυνδέσει τις πραγματικότητες αλλά αντιθέτως να κρατήσει τη συνοχή στο νου και στον κόσμο γύρω του, είναι δυστυχώς αναπόφευκτο να θελήσει να αποσυνδεθεί από την παράννοια της κοσμικής ασυναρτησίας.
Αποσυνδέοντας το κόστος από την τιμή, το ώφελος από την δουλειά και την ανδρεία από την λύπη, τότε έχουμε σήψη και δυσοσμία.
Το μελόδραμα δεν είναι τραγικό αλλά το καμώνεται.
Δυστυχώς, όπως πάντα το κακό μασκαρεύεται αγγελικά και η λογική μοιάζει φτωχός βρωμιάρης μπροστά στα γυαλιστερά μπιχλιμπίδια της ανοησίας. Δυστυχώς, δύσκολα διακρίνεις πιο από τα φώτα είναι ο προορισμός στις δύο άκρες της σήραγγας και οι αποφάσεις παίρνονται πριν το ξεκαθάρισμα ενστικτωδώς, πριν τον Λόγο σφήνα η συνήθεια και το συναίσθημα.
Έτσι ήταν, έτσι είναι.
Όταν οι πραγματικότητες συγκρούονται, τότε η συνοχή τους ορίζει την έκβαση. Όταν οι πραγματικότητες δεν εφάπτονται, τότε γαντζωνόμαστε όπου μπορούμε ώστε μέσα στο χάος κάτι σταθερό να έχουμε, έστω κι αν είναι ανοησία.