- Κάποτε ένας νέος βαρκάρης με ολοκαίνουρια βάρκα πήγαινε από τη Μήλο στο Ρέθυμνο.
- Από αφηρημάδα, ή ίσως από κακοτυχία, η λαγουδέρα έπεσε στο νερό.
- Μεσοπέλαγα όπως ήταν, δεν είχε άλλη επιλογή από το να κόψει την άκρη του ενός κουπιού ώστε να χωρέσει στην τρύπα του πηδαλίου, και πράγματι, αυτό έκανε. Με ένα κουπί αλλά με το πηδάλιο να λειτουργεί έστω και χωρίς την κανονική λαγουδέρα, έφτασε στο Ρέθυμνο. Πήγε σπίτι.
- Την άλλη μέρα, έφτιαξε άλλη λαγουδέρα και ξαναέβαλε το κουπί στη θέση του.
- Πέρασαν κάμποσοι μήνες.
- Κάθε φορά που έβλεπε την κουτσουρεμένη άκρη του κουπιού, του έλειπε η καλή λαγουδέρα, η πρώτη.
- Μία μέρα, καθώς επέστρεφε στο λιμάνι του Ρεθύμνου, έδεσε τη βάρκα του και όπως έκανε να πηδήξει στην προβλήτα,την είδε στο νερό, ανάμεσα στα φύκια.
- "Πού χάθηκες εσύ?" της είπε χωρίς να αφήσει να φανεί συγκίνηση. Θυμήθηκε το πρώτο ταξίδι στη Μήλο. Έσκυψε και έβρεξε τα χέρια του βγάζοντάς την. Την άφησε μέσα στη βάρκα γιατί δεν είχε που αλλού να την φυλάξει. Στο σπίτι όλο σκεφτόταν τι να την κάνει και πως αλλιώς μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει.
- Την επόμενη ημέρα, και ενώ δεν είχε ακόμα αποφασίσει, του τη ζήτησε ένας φίλος του,ψαράς. "Σε καμμία περίπτωση, τη χρειάζομαι!" είπε ο βαρκάρης.
- Απλά να ξέρει ότι υπάρχει...