Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Το' πιασα το υπονοούμενο

  • Ήτανε κάποτε μία γριά σε ένα χωριό.
  • Μία μέρα, ξεκίνησε να πάει στη βρύση να πάρει νερό. Στον πηγαιμό, που η στάμνα ήταν άδεια, η γριά ήταν μία χαρά. Όταν όμως γέμισε και βάρυνε η στάμνα, της ήταν πολύ δύσκολο να τη σηκώσει.
  • Πάνω στην ώρα, έρχεται στην βρύση ένας λεβέντης, σαν τα κρύα τα νερά, παληκάρι ως ακιαπάν'. Τον μπάνισε η γριά και πολύ της άρεσε, σα δε ντρέπεται, αλλά τί να κάνεις που ούτε οι γυναίκες μεγαλώνουν, παρά μόνο μένουν κορίτσια μέχρι να σταφιδιάσουν...
  • Τέλος πάντων, η γριά βόγγηξε λίγο πιο δραματικά για να τραβήξει την προσοχή, και απευθύνθηκε στον νεαρό άντρα:
  • "Καλή σου μέρα, παληκάρι μ'. Τίνος είσι?"
  • "Γειά σου κυρά. Του Θύμιου από τα Φλάμπουρα είμαι" αποκρίθηκε σεβαστικά ο νεανίας.
  • "Α, του Θύμιου. Να σ' πω, πιδί μ', άμα είνι στο δρόμο σ' και δε σ'κάνει κόπου, μ' κβαλάς τη στάμνα, που γέρασα και τα κόκκαλά μου ούτε για σούπα δεν κάνουν?"
  • "Μπορώ, βέβαια" είπε ο νέος.
  • Περπατούσανε λοιπόν, και η γριά τον έπαιρνε μάτι, χαμογελώντας κάτω από τα μουστάκια της, γιατί τότε δεν είχανε χαλάουα.
  • Μόλις φτάσανε, απίθωσε ο νεαρός το σταμνί κάτω.
  • "Να'σαι καλά, πιδί'μ. Ο Θιός να μ'κόβει κρεατοϊλιές να σ'δώκει χρόνια. Πέρασι να σι κιράσω ένα γλυκό κυδών' πό'φτιαξι η νύφη μ' και λίγου κρασάκ' για τον κόπο σ'."
  • Διψούσε ο νέος, κουράστηκε κι από το περπάτημα, οπότε δέχτηκε την πρόταση της γραίας.
  • Κρασάκι στο κρασάκι, εζαλίστηκεν ο νέος, και τον έβαλε η γριά να ξαπλώσει στο κρεβάτι μέχρι να συνέρθει. Όπως ήτανε μεθυσμένος, τηνε βάζει χάμω και της ξετίναξε το διαφορικό.
  • Μερικές ώρες αργότερα, ξύπνησε ο νέος άντρας, χωρίς να θυμάται τι είχε διαδραματιστεί ανάμεσα σε εκείνον και τη γρέντζω. Τη βλέπει σκυφτή μπροστά στη ξυλόσομπα να ζεσταίνει σούπα. Η γριά πονούσε ολούθε. Από τις αθλοπαιδειές, της είχε πιαστεί η πλάτη, η μέση, τα μπράτσα, τα πόδια ,τα γόνατα, το σβέρκο, τα πλευρά, δε μπορούσε ούτε να κουνηθεί ούτε ανάσα να πάρει, παρά μόνο βογγούσε και μονολογούσε:
  • "Όϊ, τι έπαθα η καψερίιιι, όϊ μανούλα μ'..."
  • Βλέποντάς την σε τέτοια κατάσταση, ο νέος ανησύχησε.
  • "Τί έχεις κυρά-Ελλάδα? Να σε βοηθήσω?"
  • "Άσε πιδάκι μ'. Διν έχου τίποτα. Αρκετά με βοήθησες, να'σι καλά κι άντε στην ευχή τ'ς παναγίας κι ο Θιός μαζί σ', Όλι παληκάρι μ'..."

10 σχόλια:

  1. Αφού είναι γνωστό τοις πάση, πονάει αλλά αρέσει!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. αντώνης
    Κερατέα Ρούλζ!

    άμπαν
    κυριολεκτικά και αλληγορικά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ρία
    γάτα είσαι!

    οδυσσέα. από ότι διάβασα στο μπλογκ σου, εσένα δε σε αφορά η ιστορία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Να προσεύχουμε τι ευχόμαστε δηλαδή! Χεχε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τον γιό του Θύμιου δηλ.τον λέγανε Ντομινίκ?
    :-ppp

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Την άλλη μέρα η γριά συζητούσε με τη φίλη της την Ιρλανδία.

    • Έτσ’ απ’ λες μάνα μ’. Μ’ άλλαξι τουν αδόξαστου το παλιόπαιδο.
    • Ναι, λες και δεν τ’ κούνησις κι εσύ την ουρά σ’.
    • Α, αφού σ’ είπα, μουναχός τ’ μ’ ρίχτκε.
    • Δε σι πιστεύου.
    • Μ’ είδε μαναχιά μ’ κι αδύναμ’ κι δε λουγάρισι τίποτις.
    • Κι δ’ μ’ λες, ήταν νταβραντισμένου το παλληκάρ’;
    • Γιατί μαρί, τι σε κόφτ’ εσένα κι θες να μάθς;

    Παραπέρα άκουγε κι η γειτόνισσα, η Πορτογαλία…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. κίτσομήτσο
    το ηθικό δίδαγμα είναι : ότι είναι καλό για τον έναν δεν είναι καλό και για τον άλλον, οπότε μία καλή και ψύχραιμη θεώρηση μπορεί να σε σώσει από πολλές κοτσάνες. Με άλλα λόγια, ναι.

    λότζικ
    όποια πέτρα και να γυρίσεις, Έλληνα θα βρείς από κάτω!

    τελευταίε
    οι άλλες γριές, γελούσανε με το πάθημά της και μόλις βλέπανε νέο κρύβονταν και παίρνανε μάτι τον παιδαρά πίσω από τις κουρτίνες. Όλες στεναχωρήθηκαν όταν αυτός παντρεύτηκε μία νιά, τη λέγανε Κίνα, θαρρώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!