Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Γονείς

  • Γεννήθηκε τελευταίος από πέντε αδέρφια αλλά παρόλο που η οικογένεια είχε σχετική άνεση, σαν στερνοπαίδι δεν είχε όση προσοχή είχαν τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Περνούσε πολλές ώρες κοιτώντας τα ζώα και τα πουλιά, ψάχνοντας σαύρες και σαλίγκαρους στους θάμνους και παίζοντας στην πλατεία και τις κατηφόρες του χωριού. Με μάτια ορθάνοιχτα έβλεπε τον κόσμο και τους ανθρώπους και όλο σκέφτονταν.
  • Στο σχολείο ήταν πρώτος με άνεση. Του φαινόταν σα να τα ήξερε όλα από πρίν. Παρατηρούσε το δάσκαλο όπως άλλοτε κοιτούσε τα ζούδια κάτω από τις πέτρες. Ήταν καλός και στο σκαρφάλωμα και στο τρέξιμο και στο κατέβασμα του ποταμού με σχεδία και στο κυνήγι και σε όλα. Με τα μάτια πάντα ορθάνοιχτα κοιτούσε, έβλεπε, καταλάβαινε και προχωρούσε. Μερικές φορές το βλέμμα του γινότανε χαλαρό και ένιωθες ότι κοιτάει κάτι πίσω σου και οι κόρες των ματιών βαθαίνανε. Τότε ήξερες ότι από αυτά που είπες, κάτι του γέννησε μία ιδέα.
  • Έγινε πανύψηλος και πανέμορφος νέος. Με χέρια τεράστια σαν κουπιά αλλά με τρομερή επιδεξιότητα στα δάχτυλα, μπορούσε να σηκώσει οποιοδήποτε βάρος αλλά και να λαξεύει μικρογραφίες σε κομματάκια ξύλου και να ζωγραφίζει ολοζώντανες φιγούρες στα τετράδιά του. Καλοσυνάτος και πάντα γελαστός, όλο βοηθούσε και σε όλα ήταν πρώτος. Δεν είχε όμως ούτε έναν φίλο.
  • Τον αγαπούσαν όλοι αλλά ο ίδιος δεν έβρισκε ησυχία παρά μόνο όταν μόνος του τα βράδια δούλευε στα γλυπτά ή τις ζωγραφιές του. Έβγαινε με τους άλλους νέους και έπινε μαζί τους κρασί και μπύρα αλλά κατάλαβε σύντομα ότι οι άλλοι έπιναν για να νιώσουν όπως ένιωθε ο ίδιος ξεμέθυστος: παντοδύναμοι. Τους κοιτούσε και τους διάβαζε σα να ήταν παιδικά βιβλία. Οι έγνοιες τους και οι καημοί τους απλοί σαν τους ίδιους. Δεν τον καταλάβαιναν. Παρείσακτος όπως ένιωθε, ταίριαξε με τους άλλους παρείσακτους κι έτσι γνώρισε την ασφάλεια της άνευ όρων αποδοχής σε μία παρέα αχρείων και ανίκανων. Έμεινε μαζί τους και τους αγάπησε για την ειρήνη που του έφερναν στο μυαλό.
  • Πέρασε σε δύο σχολές με ευκολία αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελε. Έβγαλε το στρατιωτικό του και τη σχολή εμποροπλοιάρχων λες και πήγαινε περίπατο, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με τις αγάπες του, ζωγραφική και γλυπτική. Πάντα μόνος, πάντα με το βλέμμα στις ιδέες του δεν είπε ποτέ όχι σε κανέναν ωστόσο πάντα έκανε το δικό του. Ακόμα και στο ναυτικό όταν του έβαζαν τις φωνές, με τα μάτια σταθερά μπροστά κοιτούσε και σκέφτονταν και καταλάβαινε.
  • Ανέραστος ακόμα, και ενώ ήταν σίγουρος για την ομορφιά του, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί και ο τελευταίος μέτριος χαιρόταν τον έρωτα ενώ ο ίδιος έμοιαζε να έχει πάνω του τον ανθρωποδιώχτη. Έψαχνε με αγωνία στα μάτια, παντού, οπουδήποτε, οπωσδήποτε.
  • Με το αίσθημα ότι κάτι δεν είχε σκεφτεί και ότι κάτι έλειπε, βρήκε την πρώτη του δουλειά. Εκεί το μυαλό του έγινε εμπόδιο. Ξεχνούσε τι έπρεπε να κάνει γιατί του έρχονταν ιδέες. Ενώ περνούσε διορθώσεις σε κείμενα, ξαφνικά ξεπηδούσε ολοζώντανη από το μέσα μέρος των ματιών η εικόνα ενός καλύτερου πληκτρολόγιου. Έβγαζε φωτοτυπίες και σαν αστραπή τον κεραυνοβολούσε η εικόνα της ιδανικής διαρρύθμισης του γραφείου. Με το βλέμμα γεμάτο εικόνες και τις παλάμες με νωπή την ανάμνηση όσων θα σχεδίαζε το βράδυ κλειδωμένος στην κάμαρά του, έβγαινε να βρει τον έρωτα που δεν ερχόταν. Ξανά και ξανά και ξανά...
  • Μετά από πολλές επιπλήξεις και πολλές αλλαγές επαγγελμάτων, αποφάσισε ότι έπρεπε να διαχειριστεί σοφώτερα τον εαυτό του. Κάποιος γιατρος του συνέστησε ένα χάπι που ενισχύει τη μνήμη επηρεάζοντας τις συνάψεις του εγκεφάλου. Αποφάσισε να το πάρει ελπίζοντας με αυτό να νιώσει έστω και για μία φορά, έστω και με τεχνητό τρόπο, φυσιολογικός. Δεν το κατάφερε. Προσπάθησε να χαλιναγωγήσει το μυαλό του με σημειώματα, με υπενθυμίσεις και πολλή πολλή οργάνωση. Αγόρασε καλά ρούχα και έκανε ότι κάνουν όλοι επίμονα, με αυτοθυσία και απίστευτη υπομονή. Τότε ήταν που κατάλαβε πόση δύναμη χρειάζεται για να κάνεις όχι το ακατόρθωτο, αλλά το καθημερινά ίδιο και αυτό που πρέπει.
  • Μέχρι που την γνώρισε. Ήταν κοντή και ελαφρώς παχουλή. Τον κοίταξε και είδε τα σύννεφα μέσα στα μάτια του. Με σταθερό βλέμμα, σιγά και σταθερά γνωρίστηκαν. Μίλησαν πολλές ώρες για πολλά θέματα. Δεν συμφωνούσαν σε όλα, αλλά ακλόνητοι και οι δύο αναμετριονταν μέχρι που τη φίλησε. Τον άφησε με απόλαυση να την πάει όπου εκείνος ήθελε. Αυτός ήταν ευγνώμων. Τον είδε και δεν τον φοβήθηκε. Τον είδε και τον δέχτηκε όπως ήταν και δέχτηκε όλα αυτά που είχε να της προσφέρει. Παντρεύτηκαν.
  • Για πολύ καιρό εκείνη ήταν η άγκυρά του με την πραγματικότητα. Του θύμιζε τί έπρεπε να κάνει, τον αγκάλιαζε όταν όλα του φαίνονταν μαύρα και μαζί του κάθονταν τα βράδια όταν εκείνος είχε έμπνευση. Εκείνος έκανε τη ζωή της όμορφη. Ανέχθηκε τη μαγειρική της την ταξίδευε με τις αφηγήσεις του και το βράδυ αργά έκαναν αρένα το κρεβάτι τους. Μετά ήρθαν τα παιδιά.
  • Στην αρχή ξετρελάθηκε. Τα πλασματάκια αυτά έγιναν η νέα του έμπνευση και αφιέρωσε αμέτρητες ώρες και ιδέες για να τα προσέχει, για να τα έχουν όλα. Ήταν σίγουρος και ένιωθε δύναμη και βεβαιότητα για το τι είναι σωστό. Θα τους τα έδινε όλα. Θα είχαν μία φυσιολογική ζωή, με έναν φυσιολογικό μπαμπά και μία φυσιολογική μαμά. Μία μέρα τάιζε τον μεγάλο λέγοντάς του ένα παραμυθάκι για ζωάκια της ζούγκλας, όταν είδε το παιδί να χάνεται στις σκέψεις του. Αναγνώρισε το βλέμμα που βαθαίνει και τη συννεφιά στα μάτια.
  • Αμέσως του ήρθε όλη η ζωή του εμπρός στα μάτια του. Όλη η αγωνία και η μοναξιά και η φυγή από τον εαυτό και η πάλη με τον εαυτό. Έχασε τον κόσμο από τα πόδια του. Τώρα?

11 σχόλια:

  1. Εκείνη όμως ήταν δίπλα του.Έτσι δεν είναι; Πάλι θα τον αγκαλιάσει, πάλι θα του θυμίσει τι έχει να κάνει και πως θα το κάνει.
    Σειρά της να κάνει τη ζωή τους και πάλι όμορφη.Τη δική του και του παιδιού τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. O Eρως,ο Ερως!
    -Συνυπογράφω το σχόλιο της ανασαιμιάς
    (για να μην επαναλαμβανόμαστε!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αθηνόβια, η ποιότητα των κειμένων σου αυξάνει με δραματικούς ρυθμούς! Σε λίγο δεν θα μπορούμε να σε κρατήσουμε στη γη! Θα πετάς... ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. η συνέχεια στο επόμενο, ίσως και μεθεπόμενο ποστάκι.

    θανάσημε, θενκσ για τα καλά σου λόγια

    ανασαιμιά και βαντ, αυτό είναι το μισό ή μάλλον το ένα τρίτο της υπόθεσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλά έκανες και διευκρίνισες ότι η ιστορία δεν τελείωσε γιατί μου φάνηκε κάπως απότομο το κλείσιμο και ήμουν έτοιμος να φωνάξω: κι άλλο-κι άλλο!
    Αυτό που ωστόσο μου άρεσε μπαίνοντας στο σπίτι σου από δεξιά-πέρα από την όμορφη γραφή σου- είναι το ¨τρίτο καζάνι αριστερά¨!
    Θα ήθελα να σε ρωτήσω αν η θέση είναι από τις προνομιούχες και αν τη ζήτησες ή έτσι έτυχε; Και σε ρωτάω επειδή κι εγώ για κει προορίζομαι ,να ξέρω τι να ζητήσω αν ρωτηθώ κι αν δεν ρωτηθώ, έστω, να διεκδικήσω μια προνομιακή θέση. Ξέρω βέβαια ότι τις καλύτερες τις έχουν καπαρώσει οι παπάδες αλλά δεν είμαι και τόσο απαιτητικός για να ζητήσω κάτι ανάλογο-αυτό έλειπε δα...
    Χάρηκα που σε βρήκα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Eyxaristw gia ta kala sou logia Athinovio!!
    (asxeto me to sygekrimeno post)

    :))

    Na sai kala!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. συνέα κι εγώ χαίρομαι που με βρήκες.
    η επιλογή του ονόματος του ιστολογίου ετούτου σε άλλο ποστ, άμα δεν έχω τι άλλο να γράψω.

    προς το παρόν έχω χίλιες ιδέες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. νοσντι
    καλως με βρήκες κι εσύ:)
    ελπίζω να μη χαθείς

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Πόσο με άγγιξε! Το ξέρω καλά αυτό το "είδος" ανθρώπων. Χαμένοι στο κόσμο τον δικό τους... Σαν τον Αρη που "κυνηγάει τ' όνειρό του", μιά παλιότερη ανάρτησή μου. Αν το διαβάσεις, θα βρείς αμέσως τις ομοιότητες...
    (Κοίτα τώρα απο τί Συμπληγάδες έχω να περάσω):
    tkdkbkbt !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. βιολιστή
    εγώ γράφω για τον αδερφό μου, αν και ούτε παντρεμένος είναι ούτε παιδιά έχει ούτε, χτύπα ξύλο, τίποτα άλλο έχει πάθει.
    Άρη τονε λένε τον αδερφό μου, δουλεύει στην ισπανία και ταιριάζει πολύ με την περιγραφή σου.
    Λες?.......

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!