Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Ελθάνδη

  • Άνοιξε την πόρτα, βγήκε, κοίταξε τριγύρω.
  • Τυχαία προχώρησε προς τα όπου να'ναι μέχρι που ο δρόμος την έβγαλε σε πλατεία όμορφη, με θάμνους, δέντρα, συντριβάνι με άγαλμα και παγκάκια όπου άνθρωποι κάθονταν αμέριμνα. Αφού έμεινε εκεί για λίγο, σκέφτηκε: "Θέλω να μείνω εδώ?"
  • "Όχι, αν και είναι ωραία, δε σημαίνει τίποτα για εμένα." σκέφτηκε και προχώρησε. Πέρασε από τους δρόμους ώσπου τελείωσαν τα κτίρια και ένας ατελείωτος δρόμος εκτείνονταν μπροστά της. Τον περπάτησε, περνώντας από ένα σωρό μέρη.
  • Σε κάθε ένα που σταματούσε αναρωτιόνταν το ίδιο, αν θα ήθελε να μείνει εκεί και πάντα όσο όμορφο κι αν ήταν το κάθε μέρος, δεν έβρισκε λόγο να καθήσει περισσότερο από όσο χρειαζόταν για να εκτιμήσει την ομορφιά και μόνο.
  • Γύρισε όλο την κόσμο, κοιτώντας, δοκιμάζοντας και παρατηρώντας, με τα πατήματα να διαδέχονται ακατάπαυστα το ένα το άλλο.
  • Αφού τα γύρισε όλα, παντού, αφού είδε ότι υπήρχε και ότι δεν υπήρχε, κι αφού κάθησε σε πεζούλι κάποιας πόλης πολυσύχναστης να τα θυμηθεί όλα, μέσα σε όλα που θυμήθηκε είδε ότι όλα ήταν παρόμοια, όλα γνώριμα και όλα μεταξύ τους δεμένα με κλωστή ώστε τίποτα να μην είναι πραγματικά καινούριο, αλλά το ένα μέσα από το άλλο να συγχέονται σε ένα πάντα ζαλιστικό καλειδοσκόπιο, μουσικό, με νότες ανακυκλούμενες και ολοένα ανατρεπόμενες χωρίς να ανατρέπονται.
  • Το να ξανακάνει το γύρο ήταν άσκοπο, πιο βαρετό και από τα πάντα.
  • Έσκυψε, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια ξαναγυρνώντας τον κόσμο νοερά, το καλειδοσκόπιο της μνήμης βουίζοντας μέσα σε μία καταιγίδα από άνοες εικόνες.
  • Σήκωσε το κεφάλι όταν πλέον τίποτα δεν είχε σημασία, Μπροστά σε ότι έβλεπε προβάλλονταν τα πάντα, τα υπόλοιπα. Όλα ήταν το ένα και ένα ήταν όλα.
  • Σηκώθηκε όρθια, με βλέμμα καρφωμένο στις εικόνες του νού, κεντώντας τη μία πάνω στην άλλη ώσπου ο κόσμος όλος έγινε μία ελθάνδη.
  • Τι είναι η ελθάνδη?
  • Τι λέξη ήταν αυτή και που την είχε ακούσει?
  • Τριγύρω όλα είχαν νόημα εκτός από την ίδια.
  • Στο άκρο της σκέψης, λίγο πριν χαθεί ο ειρμός, σήκωσε το κεφάλι προς τον ορίζοντα ανάμεσα από τους δρόμους. Περπάτησε ως την άκρη της πόλης εκείνης. Ανάμεσα στα δύο, κοίταξε τα πόδια της.
  • Φαινομενικά λερωμένη, ωστόσο πιο καθαρή από τους ένοικους της καθημερινής λάσπης, την καθαρότητα αυτή είπε πως είχε μόνο και ότι αυτήν έπρεπε με κάθε θυσία να διαφυλάξει, ότι αυτό ήταν το ένα και μοναδικό εσύ της.
  • Γύρισε προς την πόλη και περπάτησε πάλι ως τη μέση, στο κέντρο σταμάτησε και αφού ένιωσε τον χτύπο, τον ρυθμό της, ξεκίνησε για άλλη μία φορά, μέχρι που έφτασε στο πηγάδι στην πρώτη πόλη. Στο συντριβάνι της πρώτης πλατείας έριξε το καλειδοσκόπιο των μνημών και ήπιε από το νερό το λερωμένο.
  • Ας λερωθώ, λοιπόν, κι εγώ.

1 σχόλιο:

Βράζει το καζάνι!