Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Απόσπασμα

Πόσο θα ήθελα να αγγίξω στο πρόσωπο όλους αυτούς τους ανθρώπους! Όμως στον κόσμο των επιφυλάξεων αυτό δεν ήταν πρέπον, κι έτσι μόνο τους κοιτούσα, τα χαμόγελα, τις απορίες, τις ανησυχίες ή το συνοφρύωμα της σκέψης, τους ώμους και τα χέρια. Μετά από λίγο, αφού είχαν χαλαρώσει, οι συνομιλητές μου πάντα με κοιτούσαν άφοβα στα μάτια και τότε πάντα λάτρευα την αμεσότητα, την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία που λάμβανε χώρα σε πολλαπλά επίπεδα. Ήξερα ότι οι λέξεις, ενδείξεις ήταν μόνο για τις προθέσεις τους και ότι με λίγο σκάψιμο έβγαζες την αγωνία ενώ με πολύ σκάψιμο έβγαζες τον πόνο, που συνήθως είχε μορφές εξωτικές και γοητευτικές, άξιες αγάπης. Άλλες φορές ήταν τόσο στραπατσαρισμένες οι σχέσεις λέξεων-σκέψεων που για πάντα έμεναν άλυτοι οι ειρμοί, σε μία αιώνια απορία.

Κάποια στιγμή έμεινα μόνη μέσα στον κόσμο της γιορτής. Με το κρασάκι στο χέρι, είχα τόσο χαλαρώσει και τόσο όμορφα είχα περάσει, που δεν περίμενα αυτό που θα συνέβαινε.

Έχασα τον φακό επαφής και έβλεπα θολά. Κάποιος πέρασε δίπλα μου, τυχαία κάθισε λίγο παραδίπλα. Δεν ξέρω τι είδα μέσα στη μυωπική θολούρα μου, αλλά για κάποιον λόγο ήθελα οπωσδήποτε να δω καθαρά αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν σίγουρα αρσενικού γένους, λίγο ψηλός, λίγο καστανός, και αυτά μόνο μπόρεσα να διακρίνω. Κοιτούσα εντελώς απροκάλυπτα, γιατί με χαμένους τους φακούς δε γινόταν αλλιώς. Δεν ξέρω αν με κοίταξε ή αν έδωσε σημασία ούτε αν ενοχλήθηκε. Αφού κοίταξα χωρίς αποτέλεσμα για λίγο, τελικά πήγα στο μπάνιο για να βάλω τους άλλους φακούς που είχα στην τσάντα μου. Θεέ μου, ας μην έχει φύγει όταν γυρίσω!

Απόρησα. Τι αίνιγμα κι αυτό! Μα γιατί τέτοια καούρα, αφού ούτε να τον αναγνωρίσω δε μπορούσα? Τι ήταν αυτό, τώρα?

Επέστρεψα στη θέση μου και έψαξα με το βλέμμα. Νάτος.

Μιλούσε με διάφορους.

Λίγο ψηλός, λίγο καστανός, κοντά μαλλιά, λεπτά χείλη, φρεσκοξυρισμένος. Ευθυτενής αλλά άνετα χαλαρός. Χωρίς να νοιάζομαι, ερεύνησα απολαυστικά με το βλέμμα όλη την κορμοστασιά του. Μα γιατί? Τι έχει αυτός, τέλος πάντων?

Χωρίς να μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, τελικά σα βαριοπούλα με χτύπησε στο μέτωπο η διαπίστωση. Η φωνή του. Ήταν η φωνή του. Δεν ξεχώριζα λόγια, όμως είχε μπάσα και πρίμα, όπως το κύμα που σκάει στο κύτος.

Έμεινα έτσι, μην ξέροντας τι να κάνω τώρα, μέχρι που έφυγε και όταν αυτό συνέβη, ήταν για μένα μία απογοήτευση. Κοίταξα μέσα στο ποτήρι μου, με στεναγμό.

2 σχόλια:

  1. Μπορεί να υπάρχει και άλλη εξήγηση :) Μου θύμισες κάτι που είχα γράψει εγώ, όταν είχε μπει άρθρο στο On/Off της Ελευθεροτυπίας για τις ερασιτεχνικές μεταφράσεις ταινιών και σειρών στο διαδίκτυο. Πάρα πολύς κόσμος το θεώρησε μεγάλο πράμα και αναγνώριση (λίγο μετά άρχισε το κυνήγι από την ΕΠΟΕ, αλλά αυτό είναι άλλο καπέλο), οπότε έκρινα απαραίτητο να συνοψίσω το πόσο υπεργραμάτοι είμαστε με το εξής:

    http://www.greektvsubs.gr/showpost.php?p=555421&postcount=34

    Δεν ξέρω αν μπορείς να το διαβάσεις. Αν όχι, πες μου να σ'το στείλω με email.

    (Και συγγνώμη που για άλλη μια φορά είμαι πιο ασόβαρος από εσένα ;) )

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. χαχαχαχα
    όπως λέω και στο μελαχροινό μου όταν πασχίζει να ξεπεράσει σε ταχύτητα φαγητού τον αδερφό του, δεν είναι διαγωνισμός. Το κάνουμε γιατί μας αρεσει. Αν δε μας αρέσει δεν το κάνουμε.

    So please yourself. Knock yourself out.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!