Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Με κομμένη την ανάσα

  • Ετοιμάζω γεμιστά.
  • Ξάφνου, μου έρχεται η φαεινή ιδέα. Πριν από μερικούς μήνες, σε κάποια γιορτή, είχα φτιάξει ανάμεσα στα υπόλοιπα μεζεδάκια ντοματίνια γεμιστά με πλιγούρι, τα οποία είχαν γίνει ανάρπαστα. Κι αν φτιάξω και κανονικές ντομάτες με πλιγούρι?
  • Αναλογίζομαι τις επιλογές μου. Τα δεδομένα μου είναι:
  1. Δεν τους αρέσουν οι εκπλήξεις αλλά λατρεύουν τις παραδοσιακές, γνωστές, συμβατικές, μαμαδίστικες γεύσεις.
  2. Δεν έχω χρόνο να φτιάξω κάτι άλλο, αν χαλάσει η συνταγή ή αν δεν τους αρέσει.
  3. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχω ούτε τα υλικά να φτιάξω κάτι άλλο. Κατά σατανική σύμπτωση, ούτε εγώ πήγα για ψώνια, ούτε ο σύζυξ, ούτε κανένας άλλος. Στο σπίτι δεν υπάρχει ούτε αυγό, ούτε μακαρόνι, ούτε τραχανάς, ούτε καν μανέστρα για σούπα, ούτε καν τόννος. Ή γεμιστά ή επί τας.
  • Ωστόσο, μου έχει μπει το ζιζάνιο και δεν μπορώ, θα σκάσω αν δεν κάνω του κεφαλιού μου. Αποφασίζω λοιπόν να συμβιβάσω τις καταστάσεις και αντί να τα γεμίσω εξ ολοκλήρου με πλιγούρι, να τα γεμίσω με τρία ρύζι και ένα τέταρτο πλιγούρι. OK, λέω μέσα μου, αυτό θα κάνω, και ξεκινάω.
  • Η μυρουδιά κοντεύει να μας σπάσει τη μύτη καθώς ψήνονται.
  • Τα παιδιά με ρωτάνε κάθε δύο λεπτά να είναι έτοιμα για να φάνε, με ανυπομονησία και εγώ σταυροκοπιέμαι που δεν θα μείνουμε νηστικοί τελικά. Τέλος, είναι έτοιμα, τα βγάζω από το φούρνο.
  • Δοκιμάζω.
  • Κοκκαλώνω.
  • Έχει γεύση σα σαπούνι. Ελαφρώς ανάλατο.
  • Επίσης, δεν υπολόγισα το νερό καλά. Το πλιγούρι απορρόφησε όλο το νερό και το ρύζι βγήκε ξερό, πιο σπυρωτό από ότι έχουμε συνηθίσει στα γεμιστά , με υφή περίεργη και οι πατάτες επίσης. Ευτυχώς, μασιέται.
  • Να προσθέσω νερό και να τα ξαναρίξω στο φούρνο για να έρθει στα ίσια του, ούτε κουβέντα γιατί οι πολεμιστές μου κοντεύουν να μου φάνε το χέρι από την πείνα.
  • Εντάξει λοιπόν!
  • Σερβίρω. Από μέσα μου καταριέμαι τον εαυτό μου και τις ιδέες μου, τί τους ήθελα τους πειραματισμούς, και τώρα τι θα κάνω που είναι κλειστά τα μαγαζιά...
  • Βάζω γύρω-τριγύρω πολλά συνοδευτικά, φέτα κι ελίτσες .
  • Τα οποία μένουν ανέπαφα.
  • Χωρίς ίχνος αντίρρησης ή διαμαρτυρίας, χωρίς κιχ, τα παιδιά αδειάσανε τα πιάτα τους.
  • Κάνω την αδιάφορη.
  • "Σας άρεσε το φαγητό παιδιά?
  • "Ναι!"
  • "Και τί λέμε όταν μας αρέσει το φαγητό σε αυτόν που το μαγείρεψε?"
  • "Γειά στα χέρια σου!"
  • ¨Γειά θτα χέρια θου, μαμά!"
  • Φιλάκι, φιλάκι. Σερβίρω και στον εαυτό μου, και με μεγάλη δυσκολία, κατεβάζω την αηδία που έφτιαξα.

6 σχόλια:

  1. σώπα καλέ, αφού τα φάγανε οι ούννοι, τότε νόστιμα θα ήταν, απλά εσύ αλλιώς τα περίμενες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άσε ρία, ήταν σαν το σαπούνι μασσαλίας.
    Μαλλον πεινούσαν πολύ, δεν εξηγείται αλλιώς...
    Ο σύζυξ οταν δοκίμασε το βράδυ, ξέρεις τί έκανε?
    Με κοίταξε πλαγίως και εντόνως!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ καλό, με ενδιαφέρουσα (αν και αναμενόμενη) ανατροπή στο τέλος. Αναμένουμε το sequel.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. τζωτ,
    ώρες-ώρες ειλικρινά δεν μπορώ να ψυχολογήσω τα γούστα τους.
    Εδώ και καιρό έπαψα να προσπαθώ να μαγειρέψω ΓΙΑ αυτά και απλά προσπαθώ να αποφεύγω τις ακρότητες.
    Και πάλι, ένα σωρό γαστριμαργικές δημιουργίες έχουν καταλήξει στον κάδο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Το ρητό -περί ορέξεως ουδείς λόγος- όπως βλέπεις έχει παντα ισχύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Θέλοντας και μή, το διαπιστώνω καθημερινά, αθεόφοβε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!