Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Αντι-στυλ και Καθυστέρηση της Ικανοποίησης

  • Δεδομένο πρώτο: Είναι στην πόλη μου δύο άτομα που με ενοχλούν για τον ίδιο, αν και φαινομενικά αντίθετο, λόγο. Ο ένας είναι ροκάς περιθωριακός και ο άλλος ένας κουστουμαρισμένος κάποιου είδους, που έχει περί πολλού τον εαυτό του ή τουλάχιστον έτσι θέλει να δείχνει. Ο λόγος είναι ότι δίνουν πολλή σημασία στο κοστούμι του ρόλου που έχουν διαλέξει για τον εαυτό τους. Ο ένας δεν κάνει χωρίς τα τρύπια και τα χαϊμαλιά ενώ ο άλλος δεν μπορεί χωρίς τη γραβάτα και το οργκανάιζερ. Και οι δύο δείχνουν σα να φοράνε κάποιο κοστούμι για κάποια παράσταση, σα να υποδύονται αντίστοιχα τον οργισμένο και τον επιτυχημένο, γιατί κάποιος κάποτε τους είπε ότι έτσι φέρονται οι οι οργισμένοι και οι επιτυχημένοι. Βλέποντάς τους να μη μπορούν να καθίσουν σαν άνθρωποι για να μη χαλάσουν τις φορεσιές τους ή να προσέχουν σα χαζογκόμενες μήπως και φύγει το τσουλούφι ή ο γιακάς από τη θέση του, δεν μπορώ παρά να γελάσω από μέσα μου όταν τους φαντάζομαι όταν θα γυρνάνε σπίτι και (μάλλον) θα πετάνε μακριά όλα όσα είχαν φορτωθεί όλη μέρα, ξαλαφρωμένοι επιτέλους από το σφίξιμο και θα φοράνε ότι όλος ο κόσμος, καμμία φόρμα ή τζην, τις πυτζάμες τους ή και σκέτο το μποξεράκι.... Έχω δεί πραγματικά οργισμένους άνθρωπους, κάποτε (προ-μπλογκ) υπήρξα κι εγώ έτσι, και δεν ήταν καθόλου σαν τον ροκά που λέγαμε. Έχω δει και πραγματικά επιτυχημένους που δεν είχαν τίποτα κοινό με τον ψυχαναγκαστικά εγκλωβισμένο στην πλάνη του άγουστο. Το στυλ δεν επιτυγχάνεται μέσα από επίπονες και πολυδάπανες προσπάθειες αλλά είναι έμφυτο, προκύπτει από τη χρηστικότητα του αντικειμένου ή του ατόμου. Ένα κοχύλι, ακόμα και σπασμένο ανάμεσα στην άμμο, είναι πανέμορφο και οι σπείρες του υπενθυμίζουν την αέναη αρμονία που διέπει τον κόσμο. Δε φτιάχτηκε για να είναι όμορφο, όμως αν δεν ήταν αρμονικό δεν θα ήταν ούτε χρήσιμο ούτε όμορφο. Ένα ζωγραφιστό κοχύλι κάποιου πίνακα ή ίσως ένα βερνικωμένο κοχύλι που αποτελεί μέρος κάποιας σύνθεσης ή ενός κοσμήματος, είναι αμέσως-αμέσως υποκατάστατο που δε φτάνει ούτε κατά διάνοια σε κάλλος το φυσικό, όταν αυτό βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον, ολοζώντανο με ολοζώντανα χρώματα. Το στύλ, όχι τόσο η ομορφιά, αλλά η σκέψη που συνοδεύει κάθε πράγμα ή άνθρωπο, προκύπτει από τη χρηστικότητά του, έχει δηλαδή σχέση με το πόσο χρήσιμο είναι να έχει κάτι αυτό το σχήμα ή χρώμα, να φοράει αυτό ή εκείνο το ρούχο, να μυρίζει έτσι ή αλλιώς. Άλλα σχήματα που δονούν την ψυχή μας με την χρηστική τους ομορφιά, είναι εκείνο της βάρκας ή και το ποτιστήρι. Αναγνωρίσιμα από όλους, είναι απόλυτα αυτονόητο το για ποιό λόγο έχουν αυτό ο σχήμα και γιατί αυτό δεν έχει αλλάξει εδώ και πολύ καιρό, μάλιστα τόσο μας συγκινούν που δίνουμε το σχήμα τους ακόμα και σε πράγματα που δεν έχουν σχέση με την αρχική χρησιμότητα του σχήματος, όπως κάποιο ξυπνητήρι ή μία θήκη για τα χάπια μας.
  • Πάρε για παράδειγμα ένα ψαρά. Γυρίζει τα μπαντζάκια του , όχι πιο πάνω από το γόνατο γιατί βιάζεται ίσως, όχι παρακάτω γιατί θα βραχεί. Μία κοπέλα που θα κάνει το ίδιο κάποια μέρα στη παραλία και τυχαίνει να έχει ωραίες γάμπες, θα δείχνει πολύ όμορφη αλλά και θα υπάρχει μία σύνδεση ανάμεσα στην ομορφιά και τη χρηστικότητά της, δηλαδή το γύρισμα του παντελονιού έγινε για κάποιο λόγο, βάσει κάποιας λογικής. Όταν ένα μοντέλο στην πασαρέλα φοράει αυτό που λέμε "ψαράδικο", είναι μεν όμορφη αλλά η ομορφιά αυτή δεν έχει λόγο ύπαρξης, είναι τζούφια. Έχει τόση αξία όσο το βερνικωμένο κοχύλι ( όσο και αυτός ο ροκάς ή εκείνος ο κοστουμαρισμένος).
  • Δεδομένο δεύτερο: στην Ελλάδα είμαστε όλοι φαν, οπαδοί και χουλιγκάνοι. Δεν έχει σημασία τινός. Δεν έχει σημασία γιατί. Σημασία έχει ότι ο μέσος έλληνας πολίτης παύλα ψηφοφόρος δε νιώθει δικαιωμένος όταν γίνεται κάτι καλό, αλλά όταν δεν του τη λέει κανείς ή όταν νικάνε οι δικοί του. Όπως στο ποδόσφαιρο, δε βλέπουν τα χάλια των όμάδων τους (και του πάοκ) που δε μπορούν να αλλάξουν μπαλιά ούτε να κάνουν κοντρόλ ούτε να συνεννοηθούν για το που θα πάει η μπάλα και πως, έτσι και με τα κοινά: δεν βλέπουν που φωνάζουν οι κλέφτες να φύγουν οι λωποδύτες, δε βλέπουν τόσο καιρό που όλα λειτουργούσαν μόνο χάρις στη μαφία των διαπλεκόμενων παραγόντων, που για μία άδεια έπρεπε να στήσεις οπίσθια, που για να κάνεις τη δουλειά σου έπρεπε να πληρώνεις προστασία στο κράτος, που για να αποκτήσεις ένα σπιτάκι έπρεπε να μπλέξεις με τον υπόκοσμο (ναι υπόκοσμο:και ο κορλεόνε γραβάτα φορούσε) και που για να διεκδικήσεις τα αυτονόητα έπρεπε να φιλήσεις κατουρημένες ποδιές. Όλα αυτά δεν τα βλέπαμε, παρά μόνο φωνάζαμε γαντζωμένοι στα κάγκελα σαν εκείνους που ουρλιάζουν σαν τρελοί βρίζοντας τον προπονητή που ένα μήνα πριν είχαν για θεό. Σαν τους χουλιγκάνους, δε βλέπουμε τίποτα. Σαν τους οπαδούς, δε μας νοιάζει το σωστό και η δουλειά που πρέπει να γίνει αλλά το ποιός θα νικήσει. Σαν του αρειανούς και τους παοκτσήδες που νομίζουν ότι θα κουνήσουν το σεντόνι κι ας μην ξέρει η ομάδα πως να κρατάει τη μπάλα και να τρέχει ταυτόχρονα, έτσι και οι οπαδοί, οι χουλιγκάνοι των κοινών, εμείς δηλαδή, δε μας νοιάζει να είναι δίκαιος ο ρεφερής ούτε να παίζει καλά η ομάδα μας, μας νοιάζει μόνο να πάρουμε νίκη σήμερα, έστω και αν κάνουμε ότι δεν είδαμε εκείνο το φάουλ. Σαν τα μωρά παιδιά, θέλουμε άμεση ικανοποίηση αλλιώς κλαίμε και μετά μας ξεγελάνε με ένα υποκατάστατο. Όπως οι χουλιγκάνοι, αντί να δώσουμε χρόνο στον προπονητή να διαμορφώσει την ομάδα, τον διώχνουμε στη μέση της σεζόν και αλλάζουμε δυο-τρείς μέσα στη χρονιά, γιατί το μυαλό μας είναι πολύ καμμένο για να δεχθεί την ιδέα ότι θα πρέπει να περιμένει μερικούς μήνες, όπως κάνουν οι ευρωπαϊκές μεγάλες ομάδες. Σαν τα ζώα, θέλουμε μόνο ότι βλέπουμε μπροστά μας, κι ας είναι ο γκρεμός. Σαν τους βουλιμικούς, παρατάμε τη δίαιτα γιατί δε χάσαμε κιλά μέσα στο πρώτο διήμερο.
  • Άρα, συνδυάζοντας τα δύο δεδομένα, ότι το στύλ είναι αυτό που σου βγαίνει αυθόρμητα και ότι οι έλληνες είναι οπαδοί και όχι υποστηρικτές, τότε δεν είναι να απορεί κανείς που ενώ είμαστε όλοι βουτηγμένοι μέσα στα πλοκάμια της μαύρης ελλάδας, της μαύρης νοοτροπίας του " θα βρώ ένα γνωστό να με βολέψει", ενώ όλοι έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με τα κακά της μοίρας μας, αυτό που μας ενοχλεί είναι ότι κάποιος βρήκε τις λέξεις και το ξεστόμισε. Άρα, το συμπέρασμα είναι ότι αν περιμέναμε από τους έλληνες να κάνουν έλεγχους και να βάλουν σε τάξη το χάος, έστω και τώρα, τότε απλά δεν θα συνέβαινε ποτέ γιατί αυτό που μας ενοχλεί δεν είναι ότι γίνεται της πόρνης από τις κάθε είδους δοσοληψίες αλλά το γεγονός ότι κάποιος είπε ότι η χώρα μας έχει πρόβλημα διαφθοράς. Αυτό είναι το φιλότιμό μας.
  • Κι αν δεν το έλεγε?

3 σχόλια:

  1. Γειά σου Αθηνοβιάκι!!
    Πραγματικά το'λεγε δεν το'λεγε δεν έχει καμία απολύτως σημασία!
    Σημασία έχει πως μια ζωή θα προσπαθούν να μας ρουφήζουν το αίμα τυπάκια που φαινομενικά εκλέξαμε ασκώντας την ύψιστη υποχρέωσή μας(αλλά δικαίωμα κατά τ' άλλα)!
    Είτε στην εξουσία ήταν ο Αλέφαντος είτε ο mind the GAP, είτε ο Χριστος ο ίδιος το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο!
    Θα έκαναν τα λαμόγιατη δουλεία τους και εμείς θα μέναμε να κοιτάμε το δάχτυλο που δείχνει το δάσος, αν το είπε ή όχι...

    Μην ξεχνάμε όμως το ποιός φταίει και έχει το μέγιστο των ευθυνών:
    Το κεφάλι, απ' όπου βρωμάει και το ψάρι!
    Το δικό μου, δικό σου, δικό του φταίξιμο είναι μια τρίχα απ' το τρίχωμα μιας χμμμμ, αρκούδας ας πούμε!
    :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. το πιο σωστο συμπερασμα που εχουμε βγαλει σαν λαος , ειναι οτι ολοι ειναι ιδιοι κι' αυτο συμβαινει γιατι ετσι ειναι η δομη αυτου του κρατους ετσι πιστευω εγω καλο απογευμα γιωργος-λευκαδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. κίκωψ,
    φωτιά και μπούρμπερη. Να καούν όλα. Γίνεται?

    Γιώργο από λευκάδα
    ο λόγος που όλοι ξαφνικά έγιναν καλά παιδιά (η ντόρα νίπτει τας χείρας της, ο σαμαράς εγκρίνει αλλά δεν ψηφίζει μνημόνιο, ο γαπ πάει με το σταυρό στο χέρι) δεν μπορεί να είναι άλλος παρά ο εξής: η οργή είναι πολλή.
    Όσο άσχημες και να είναι οι αληθινές συγκυρίες,κανείς δεν θα άλλαζε τίποτα αν δεν φοβόταν κάτι.
    φωτιά και μπούρμπερη, όλοι τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!