Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Θράκης 10, Αργυρούπολη

  • Εκεί έμενε η γιαγιά μου, πριν από πολλά πολλά χρόνια. Μία μονοκατοικία με μεγάλο κήπο τριγύρω: πορτοκαλιές, μανταρινιές, μία μουσμουλιά, μία κληματαριά για τα σταφύλια και για τα ντολμαδάκια, λεμονιά, συκιά, βερυκοκιά, μία τριανταφυλλιά βαθυκόκκινη, μυρωδάτη και εκατόφυλλη, δυόσμος για τα κεφτεδάκια, και μία χελώνα, μυριάδες σαλιγκάρια,και λίγες κότες και μία πάπια που τσαλαβουτούσε στα νερά όταν ποτίζαμε τα δέντρα. Ένας σκύλος, ο Τζόνυ, που όμως πατήθηκε την ημέρα που φύγαμε για να εγκατασταθούμε στην Πρέβεζα.
  • Από τη μία μεριά, γειτόνισσα ήταν η κυρία Άννα με τους δύο γιούς, τον Πέτρο και τον Παύλο, ενώ από την άλλη ήταν η κυρία Νότα, ένα όνομα που έβρισκα ότι ήταν το ομορφότερο όνομα για γυναίκα. Όλην ώρα λέγανε τον καφέ με τη γιαγιά μου και κουτσομπολεύανε τον κόσμο, πολύ ευχάριστο για εμάς τα πιτσιρίκια γιατί έχοντας τακτοποιήσει τους μεγάλους, κάναμε εμείς ότι θέλαμε με την ησυχία μας.
  • Τότε, αρχές του 70, τριγύρω ήταν αλάνες με χόρτα κίτρινα και ακριβώς απέναντι ήταν η Τρίγωνη πλατεία της οποίας το όνομα δεν θυμόμουν ποτέ, θυμάμαι όμως ότι έρχονταν ένα λουναπάρκ και από εκείνο το λούναπάρκ άκουσα το πρώτο τραγούδι της ζωής μου, του Μητροπάνου: στα καλντερίμια συζητούν, ως το πρωί οι γειτόνοι, μα σκοτεινιάζει ο καιρός και στις καρδιές νυχτώνει... Μετά όμως έπαψε να έρχεται το λουναπάρκ και η πλατεία πλακοστρώθηκε, δεντροφυτεύτηκε και από τότε κανείς δεν ξαναπάτησε εκεί.
  • Λίγο παρακάτω ήταν η Στρογγυλή πλατεία, με την εκκλησία της Αγίας Τριάδας που όλο έκαναν έρανους για την περάτωσή της και περάτωση δεν είχε, όπου έζησα όλα τα Πάσχα των παιδικών μου χρόνων, βαρελότα, στρακαστρούκες και πυροτεχνήματα, μπαρουτίλα, νύστα και κατάνυξη.
  • Θυμάμαι και την λεωφόρο Γερουλάνου, και το περπάτημα που κάναμε τα καλοκαίρια στο αφόρητο λιοπύρι μέχρι τη στάση στη Βουλιαγμένης για να πάμε για μπάνιο στη Βούλα, θυμάμαι το τεράστιο στρογγυλό σήμα της Ολυμπιακής, εκεί που η Βουλιαγμένης τέμνει την Γερουλάνου, και θυμάμαι ότι για χατήρι της γιαγιάς, αντί να πηγαίνουμε στις εξοχές και στα νησιά τα καλοκαίρια ή το πάσχα, τρυπώναμε στην άδεια Αθήνα, και κοροϊδεύαμε τους Αθηναίους που σχημάτιζαν φιδογυριστές ουρές χιλιομέτρων στο φέρρυ στο Ρίο....
  • Θυμάμαι την κουζίνα με το στρογγυλό τραπέζι που ήταν τόπος συνάντησης και τις ντουλάπες που μύριζαν φρεσκοαλεσμένο καφέ και σοκοφρέτα, γιατί η γιαγιά πάντα αγόραζε μία κούτα για τα εφτά εγγονάκια της. Πάντα είχε ξηρούς καρπούς, ειδικά δαμάσκηνα που τα λάτρευε.Εκεί, στην κουζίνα, διάβασα την πρώτη μου λέξη, χωμένη στην αγκαλιά του πατέρα μου που διάβαζε εκείνες τις τεράστιες εφημερίδες που μου φαίνονταν σα σεντόνια και δεν μπορούσα να καταλάβω πως τις ισορροπούσε. Τα βράδυα έβλεπαν ειδήσεις κουβεντιάζοντας, κι εμείς στρωμαντσάδα στο σαλόνι, αποκοιμιόμασταν κουβεντιάζοντας κι εμείς ψιθυριστά για ένα σωρό σημαντικά θέματα.
  • Το πρωί ξυπνούσαμε πάλι με τις κουβέντες των μεγάλων στην κουζίνα, αρχικά νυσταγμένες και χαμηλόφωνες, και μετά ολοένα και πιο έντονες, με το άρωμα του ελληνικού καφέ να πλημμυρίζει το σπίτι.
  • Τα συρτάρια της γιαγιάς ήταν πάντα γεμάτα κλωστές, χάντρες, κορδέλες και ψαλίδια, μεζούρες, σαπουνάκια και δαντέλες, σα μοδίστρα που ήτανε, και λατρεύαμε να τα ψαχουλεύουμε. Εκείνο που θυμάμαι πιο πολύ όμως ήτανε οι καυγάδες. Δεν ήταν πιο δραματικοί από άλλους, ούτε πιο συχνοί από των άλλων οικογενειών. Άλλωστε, στην ηλικία των πέντε ετών λίγα καταλάβαινα από τις κοτσάνες των μεγάλων. Αυτό που τους έκανε διαφορετικούς ήταν η πολυγλωσσία.
  • Η γιαγιά γεννήθηκε στην Αρμενία, όπου έμαθε Αρμένικα και Τούρκικα, τα οποία εδίδαξε στα παιδιά της. Έζησε στην Αίγυπτο, όπου εκτός από τα Αιγυπτιακά, έμαθε και τα αποικιοκρατικά Αγγλικά και Γαλλικά , ενώ από τον Έλληνα σύζυγό της έμαθε και τα Ελληνικά. Η θεία μου παντρεύτηκε Αρμένη, ο οποίος ζούσε στην Ιταλία, όπου η γιαγιά πηγαινοέρχονταν τακτικά οπότε, φυσικά, έμαθε και λίγα Ιταλικά.
  • Όταν τσακωνόμασταν λοιπόν, γινότανε κυριολεκτικά Βαβέλ. Ο κάθε ένας μιλούσε ότι τον βόλευε καλύτερα, εναλλάσσοντας γλώσσες ανάλογα με τον ποιόν βρίζεις εκείνη τη στιγμή, έβριζες με όποια βρισιά ακουγόταν πιο βαριά σε κάθε γλώσσα και μέσα σε όλο αυτό το ανακάτεμα καταλήγανε να μιλάει ο ένας Ιταλικά, να του απαντάει ο άλλος σε Αιγυπτιακά για να συμπληρώσει ο τρίτος κάτι στα Αρμένικα, και μετά όλοι μαζί να το γυρνάνε στο Ελληνικό για να βγάζει νόημα ο πατέρας μου που είναι από την Κόνιτσα και κοιτούσε κουνώντας το κεφάλι.
  • Τα Χριστούγεννα, που παίζαμε τόμπολα, ο πατέρας μου αστειευόταν με τον αριθμό πενηνταπέντε, που στα Αιγυπτιακά είναι χάμσα-ου-χαμσίν: γάμσα και ξαναγάμσα
  • Αξέχαστες εποχές...

6 σχόλια:

  1. Στο πολυγλωσσικό, σε νιώθω απόλυτα. Η μάνα μου Αιγυπτιώτισσα, αφού ο παππούς κι η γιαγιά είχαν εγκαταλείψει την Κεφαλλονιά τη δεκαετία του '30, νομίζω, κι όλα τα παιδιά τους είχαν γεννηθεί στο Κάιρο, και όταν έδιωξαν τους Έλληνες, σκόρπισαν από εδώ κι από 'κεί. Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, αλλά όταν δεν έπρεπε να χαμπαριάζουμε εμείς οι της τρίτης γενιάς, το γύρναγαν στα Αραβικά. Δεν τα ήξερα τότε, ούτε τώρα τα ξέρω, αλλά αν ήξερα, θα τους πέταγα κάνα «κουσόμακ» (και προφανώς θα τις έτρωγα μετά).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. χαχαχαχαχαχαχα!

    καληνυκτούκουμ αδέρφι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. στη γερουλάνου μένει η βαφτιστήρα μου.

    μας ταξίδεψες σε μια άλλη εποχή αθηνούλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ναι, ριούλι, είδες?

    ούτε κι εγώ ξέρω πως μου ήρθαν όλα ξανά στο μυαλό εχτές...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αξέχαστες πραγματικά εποχές!
    Σίστερ με έφερες 1.000.000 χρόνια πίσω.
    Όχι ωραίες εποχές.
    Παραδεισένιες!!!!!
    Σκέψου ότι ακόμα και τώρα καμιά φορά άμα τύχει και είμαι μόνος μου και πάω με το αμάξι για καμιά δουλειά προς παραλιακή, περνάω από εκεί και νοσταλγώ.
    Τελευταία φορά ήταν πριν κανα μήνα οπότε και διαπίστωσα τα εξής :
    1.Η μονοκατοικία της γιαγιάς γκρεμίστηκε και στη θέση της τώρα είναι μια πολυκατοικιάρα και ο πάλαι ποτέ κήπος με τη πάπια , τώρα είναι ένα τεράστιο περιμετρικό πεζοδρόμιο. Το μεγαλύτερο σοκ είναι ότι το ισόγειο είναι καφετέρια αν κατάλαβα καλά.
    2.Όλοι οι δρόμοι πέριξ της πλατείας (το όνομα της οποία και εγώ ξεχνάω) έχουν πεζοδρομηθεί.
    Αν περάσεις από εκεί θα κλάψεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Πολύ ενδιαφέρουσα η πολυπολιτισμική ιστορία της οικογένειας σου, η δικιά μου δεν είναι τόσο μιας και οι μόνοι μη 100% γηγενείς Ελληνες ήταν οι πρόσφυγες παππούδες. Η ιστορία μας άλλαξε το 1984 όταν μετακομίσαμε στις Βρυξέλλες στις οποίες μένει η αδελφή μου και τα ανήψια μου.

    Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι ειναι το Eye of the tiger των Survivor. Είχα να το ακούσω καιρό και το άκουσα χθες στο γυμναστήριο μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!