Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ε, άει...

  • Πέρυσι, έπρεπε να πάω σε γάμο και κανόνισα να χτενιστώ στο κομμωτήριο του Φωκίωνα, που είναι και ο πρώτος στην Πρέβεζα. Όμως ήταν Σάββατο και το Paradoxe έπρεπε να καθαριστεί, οπότε πήγα στο ντόκο από το πρωί, και ξεκίνησα. Μαζί με κάτι άλλες υποχρεώσεις της δουλειάς μας, με πήρε μεσημέρι και δεν προλάβαινα να πάω σπίτι να ευπρεπιστώ. Πήγα όπως ήμανε, με το σορτσάκι και το μακό, με τα μαλλιά πιασμένα με λαστιχάκι σε πρόχειρη αλογο-ουρά και προφανέστατα ταλαιπωρημένη από τον ήλιο και την πίεση του χρόνου, κατακόκκινη στο πρόσωπο.
  • Ο Φωκίωνας, που είναι παλιός φίλος και ξέρει, είπε απλά "Δουλειά, έ?" και με έστειλε για λούσιμο. Στο δίπλα κάθισμα, ήτανε μία κοπελιά που δούλευε στον ΟΑΕΔ, από αυτές που περιφρονώ, από αυτές που δεν κάνουν τίποτα, από αυτές που περνούν τον καιρό τους διαλέγοντας ρούχα, το οποίο δεν είναι κακό, αλλά από μόνο του δε λέει τίποτα. Από αυτές που μόλις χρειαστείς εξυπηρέτηση σε στέλνουν δίπλα. Από αυτές που είναι άχρηστες, φτιαγμένες για να τρώνε λεφτά είτε του μπαμπά είτε του γκόμενου. Μου έριχνε πλαγιαστές ματιές, και στο τέλος δεν άντεξε, την πέταξε την μπηχτή.
  • "Μερικές γυναίκες" είπε στον Φωκίωνα, "μόλις παντρευτούν παρατάνε τον εαυτό τους..."
  • Θα μπορούσα να είχα απαντήσει και είχα πολλά να της πω. Θα μπορούσα να της πω ότι ήξερα τους γονείς της και το πως βρήκε τη δουλειά που δεν κάνει. Θα μπορούσα να της πω ότι και εγώ αν δεν είχα νόημα στη ζωή μου και ζούσα σερνάμενη από την πολυθρόνα στην καρέκλα κι από την καρέκλα στο κρεβάτι, τέτοια θα έλεγα, και ότι κλέβοντας ξέρω κι εγώ να χτίζω σπίτια. Θα μπορούσα να της είχα πει ότι αν δεν ήταν οι γονείς της να λαδώσουνε πεντέξι ούτε για ανειδίκευτη δεν θα έβρισκε να δουλέψει αφού ούτε τα χέρια της δεν ξέρει να πλένει... και θα ήξερα για ποιο πράγμα μιλούσα...
  • Αλλά δεν είπα τίποτα, γιατί είμαστε μικρή κενωνία και όλους τους βρίσκεις μπροστά σου δύο μέρες αργότερα και βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που μίλησες, γιατί οι αγύρτηδες έχουνε κάνει καρτέλ και σου πίνουνε το αίμα άμα βρεθείς άρρωστος ή σε ανάγκη...
  • Και πέρασε ο καιρός και πήγα στο ικα. Εκεί οι γιατροί με ελάχιστες εξαιρέσεις , είναι κομπογιαννίτες, που δεν έχουν πελατεία τόσο άχρηστοι που είναι, οπότε πληρώνονται από το δημόσιο για να κάθονται στο γραφείο να μην είναι άδειο, έτσι για να λέμε ότι υπάρχουνε γιατροί και κράτος πρόνοιας, για βιτρίνα σα να λέμε, και αντί τουλάχιστον να κρατάνε τα προσχήματα, ξεδιάντροπα και απροκάλυπτα να υπογράφουν ότι χαρτί βρεθεί μπροστά τους, αρκεί να πληρωθούν με ότι έχει ο κάθε ταλαίπωρος να δώσει. Δύο από δαύτους βρίζουνε ασύστολα τον κόσμο, οι περισσότεροι από αυτούς έχουνε χεσμένα τα ραντεβού και έρχονται όποτε τους καπνίσει, υποχρεώνοντας τον κόσμο να αφήνει τις δουλειές του για ώρες επί ωρών, και να στήνουνε καρτέρι για τους γιατρούς, λές και πρόκειται για μπεκάτσες...Εκεί, πάλι, με αφορμή ένα ρολόι που δεν δούλευε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, γελάσαμε και έβγαλα μία φωτογραφία με το κινητό για να τη δείξω στο σύζυγα, όμως ο γιατρός προσεβλήθη και όταν εμπήκα στο γραφείο ( όχι ιατρείο) μου είπε να φύγω και να πάω στο νοσοκομείο, χωρίς να δώσει καμμία εξήγηση για αυτό. Τονε κοίταξα τον ρεμάλη και είπα να του τα πω ένα χεράκι αναδρομικά, αλλά όπως είπα είναι καρτέλ, και άμα τα βάλεις με έναν σε σταμπάρουνε και σε κυνηγάνε ούλοι μαζί μετά κι άντε να βρείς το δίκιο σου...
  • Και μετά, σου πουλάνε μούρη, και σου μοστράρουνε τη φάτσα με χλίδα περισσή και φέρονται ωσάν τρισμέγιστοι ειδήμονες, κι ας ξέρεις ότι εσπούδασαν στην ιταλία γιατί εδώ δεν μπορούσαν ούτε δέκα να βγάλουνε για να μπούνε στην ιατρική, και ότι έχουνε χαντακώσει κόσμο και κοσμάκη με τις κοτσάνες τους, και για τα περίφημα "τραινάκια" τους και το τι κάμνανε στα μονολίθια προ ετών... Και επειδή έχουνε δύο δέντρα στην αυλή τους, δηλώνουνε αγρότες σα δεύτερο επάγγελμα και τρώνε επιδοτήσεις για να φτιάξουνε πισίνες... Και με στόμφο εικάζουνε ότι δεν υπάρχει ελπίδα για το δημόσιο...
  • Και πας να πιείς έναν καφέ, αλλά βλέπεις μπροστά σου τον έμπορα ναρκωτικών να έχει χτίσει ένα μέγαρο και όλοι σαν τα χαζά να πηγαίνουν να του ακουμπάνε τρία ευρώ τον καφέ, μην και δεν ξεπλύνει τη λέρα του ο αγιογδύτης, που του βρήκανε τη φούντα στο σπίτι με τα δεκάκιλα και είπε ότι ήτανε της μάνας του, κι ωστόσο του κάνουνε ιπποκλίσεις και τον προσκαλούνε στας εκδηλώσεις. Αλλά μετά σου λένε, "Αααα! όλα κι όλα, κυρία μου εσύ που δεν είσαι έμπορας ναρκωτικών πρέπει να πληρώσεις λιμανιάτικα γιατί όταν ανασαίνεις στο λιμάνι ο αέρας του λιμανιού ρυπαίνεται" αλλά ετούτος μάζεψε όλους τους κακομοίρηδες τρωγλοδύτες αγιομπαίχτες της παραλίας να διώξουνε τα περίπτερα από την παραλία και άμα σου τρέξει η μύτη πρέπει να κάνεις το γύρο της πόλης να βρείς χαρτομάντηλο...
  • Και μετά, σου λέει "Μα γιατί είσαι τόσο απαξιωτικός? Απορώ μαζί σου! Για αυτό πάνε όλα κατά διαόλου, γιατί κανείς δε σέβεται τους θεσμούς..." και όλα αυτά αφού εισπράξει χίλια τα εκατό κέρδος από ένα παπούτσι που αγόρασε πέντε ευρώ και σου το πούλησε 130.
  • Και μετά σου λέει,"Αααα, έχουμε κρίση, άρα για να συνεχίσω να βγάζω χίλια τα εκατό κέρδος, πρέπει να σου ανεβάσω τις τιμές. Καταλαβαίνεις..." και με ένα χτύπημα στην πλάτη φιλικά σου κάνει έκπτωση τρία ευρώ... Άσε ρε Μπάμπη, του λέω, πάρτα εσύ να πιείς ένα καφέ από μένα...
  • Και κοιτάς τριγύρω και όλοι έτσι κάνουν αλλά μόλις πας να κάνεις μία σωστή δουλειά, προεξοφλούν ότι είσαι σαν αυτούς, ότι κι εσύ έχεις φάει επιδοτήσεις, ότι κι εσύ έχεις λαδώσει το σύμπαν, ότι κι εσύ κάποιον έχεις να σε βολέψει και σου ζητούν τον ουρανό με τα άστρα για μία υπογραφή, κι άμα πας να πείς τίποτα σου κουνάνε και το δάχτυλο. Αλλά μόλις δούνε ότι στ'αλήθεια είσαι σωστός, ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει, πέφτουνε πάνω σου να σε φάνε, μην τυχόν και χαλάσεις την πιάτσα, μην τυχόν και πέσει σύγκριση και χάσουνε το μονοπώλιο, μην τυχόν και αλλάξει τίποτα...
  • Μωρέ, τέτοιο που' ναι, να βουλιάξει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Βράζει το καζάνι!