Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Δεν είναι δικό μου


  • Ήταν μία φορά ένας έξυπνος.
  • Ο έξυπνος ήθελε να τα μετράει όλα, να υπολογίζει, να τα βάζει σε κατηγορίες και να τα τακτοποιεί όμορφα-όμορφα, σε τάξη, εντός κι εκτός του μυαλού του.
  • Όλα πήγαιναν καλά και όλα δούλευαν ρολόι, μέχρι που μία μέρα ο έξυπνος, καθώς αναπαύονταν κάτω από ένα πλατάνι ακούγοντας το γαργαριστό κελάρυσμα του κρύου νερού, από σκέψη σε σκέψη, εκεί που αναρωτιόταν πως να μετρήσει το ποτάμι, τον ίσκιο του πλατανιού ή το πως πέφτουν τα φύλλα και φεύγουν για πάντα, του πέρασε από το μυαλό να μετρήσει τον εαυτό του.
  • Ξεκίνησε, το λοιπόν, από τα βασικά.
  • Ζυγίστηκε, μετρήθηκε σε ύψος, φάρδος, το μέγεθος του κεφαλιού την απόσταση του ενός ρουθουνιού από το άλλο, το πλάτος των νυχιών, το μήκος κάθε τρίχας, κι έτσι πέρασε κάμποσο διάστημα.
  • Αφού τα μέτρησε όλα, πήγε στο κατάστιχό του για να καταγράψει το συμπέρασμά του και στο λεξικό του νού του σήκω σε την πέννα  κι έγραψε "Εγώ:....."
  • Πήγε να γράψει το βάρος, και όταν έγραψε τον αριθμό είδε ότι εκείνη την ημέρα δεν ήταν ίδιος: εχτές είχε φάει φασόλια. Πήγε να γράψει το ύψος, με το σκεπτικό ότι αυτό στα σίγουρα θα ήταν σταθερό, όμως όταν έγραψε τα νούμερα είδε ότι ήταν ανακριβές αφού όταν ήταν νεότερος το ύψος ήταν μικρότερο και στα γηρατειά πάλι θα άλλαζε, όμως αυτό δεν θα τον έκανε λιγότερο εγώ από ότι τώρα. Όλα ήταν ασταθή και ώσπου να μετρήσεις κάτι αυτό άλλαζε και φτού κι από την αρχή. Τίποτα σταθερό δεν υπήρχε να αφήσεις στο νοερό χαρτί δια παντός.
  • Τότε ξανακοίταξε μέσα του. Ήταν οι ιδέες του, που έρχονταν χιλιάδες στη στιγμή κι έφευγαν ξανά σαν αέρας, ήταν οι αισθήσεις του που εισέπρατταν τον κόσμο, ή μήπως τα αισθήματα που ξυπνούσαν κάθε τρείς και λίγο; Και τί ρόλο έπαιζε το κρασί; Πόσο θυμό, αγάπη πόνο λύπη ή έκσταση είχε η συνταγή αυτή;
  • Ήταν ο αέρας που μπαινόβγαινε, μέσα-έξω όλην ώρα ή μήπως ίσως ήταν ο εγώ τα μάτια, το φως που έμπαινε ή το σκοτάδι μέσα;
  • Όταν ήρθε η μέρα, μία μέρα, τον βρήκε καθισμένο κάτω από το ίδιο πλατάνι, με το πρόσωπο ναυαγισμένο στις παλάμες, παραλογισμένο. Η μέρα τον άγγιξε στον ώμο και όταν ο έξυπνος σήκωσε σε αυτήν το βλέμμα, του έδειξε με το δάχτυλο μία συντροφιά παραπέρα.
  • Μέσα στη σκοτούρα του ο έξυπνος, αναρωτήθηκε αν τη μέρα και την παρέα την αντιλαμβάνονταν με το νού, τις αισθήσεις, τα αισθήματα, αν ήταν φως που έμπαινε ή σκοτάδι που έβγαινε αυτό που πονούσε τα μάτια του.
  • Πρέπει να το μετρήσω, σκέφτηκε, και σηκώθηκε για να πλησιάσει την παρέα. Θεέ μου, σκέφτηκε, τόσον καιρό άφησα αμέτρητα ένα σωρό πράγματα, έμεινε πίσω η δουλειά, πρέπει να προλάβω. Αυτή η συντροφιά θέλει πολύ μέτρημα.
  • Και άρχισε το μέτρημα.
  • Στο διάστημα αυτό, για να μην τρελαθεί, αποφάσισε αντί για εγώ να αναφέρεται στον εαυτό του ως "σύνολο μεταβαλλόμενων χημειο-φυσικό-ηλεκτρο-ψυχο-παθοκοινωνιολογικών συναρτήσεων".
  • Οι άλλοι της συντροφιάς στην αρχή τον πήραν στα σοβαρά, ειδικά όταν έλεγε κάτι βαρύγδουπα όπως "Το σύνολο μεταβαλλόμενων χημειο-φυσικό-ηλεκτρο-ψυχο-παθοκοινωνιολογικών συναρτήσεων Μάνος είπε ότι έχει άμεση ανάγκη υδατο-θερμιδικής υποστήριξης" αλλά μετά άρχισαν να μην του δίνουν σημασία και να γελάνε με τις ιδεοληψίες του.
  • Ο έξυπνος το μέτρησε και αυτό.
  • Μία μέρα, με το βλέμμα θολό, σήκωσε το κεφάλι από τα τετράδια και ανακοίνωσε.
  • Εγώ είμαι εμείς.
  • Η συντροφιά δίπλα στο ποτάμι τον κοίταξαν για μία στιγμή. Κοιτάχτηκαν.
  • "Και;" είπε κάποιος.
  • Εγώ είμαι εμείς, επανέλαβε ο έξυπνος.
  • Περίμενε να καταλάβουν τη σπουδαιότητα της ανακάλυψης κι εκείνοι τον κοιτούσαν περιμένοντας τι θα πει μετά.
  • Εγώ είμαι εμείς, επανέλαβε ο έξυπνος. Η ύπαρξη του ενός μετράται μέσα από την αλληλεπίδραση και την συναλλαγή, ώστε μέσω αυτών να συντελείται η σύγκριση, η αναμέτρηση, η ανταλλαγή στοιχείων η επιροή και, εν τέλει, η αυτογνωσία.
  • Καλά, είπαν, και συνέχισαν τις δραστηριότητές τους.
  • "Φέρε ξύλα για τη φωτιά" του είπε κάποιος.
  • Εγώ;
  • Ναι εσύ.
  • Καλά, είπε ο έξυπνος και άρχισε να ξαναλέει εγώ όπως όλοι οι λογικοί άνθρωποι.
  • Γύρισε προς τη μέρα που τον κοιτούσε από μακρυά με ειρωνικό χαμόγελο.
  • Καλά, καλά, έχεις δίκιο, είπε και πήγε να φέρει ξύλα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Βράζει το καζάνι!