Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Πατήρ είναι το ήμισι του Παντός, ίσως και λίγο παραπάνω.

  • Πριν από μερικές ημέρες ο μπαμπάς μου ήταν στο νοσοκομείο. Αρχικά νομίζαμε όλοι ότι ήταν η καρδιά του πάλι ( μία ζωή ταχυκαρδίες αυτός ο άνθρωπος) αλλά τελικά του είχε πέσει ο αιματοκρίτης, ίσως λόγω των φαρμάκων, ακόμα δεν ξέρουμε ακριβώς.
  • Βλέποντάς τον στο κρεβάτι για άλλη μία φορά, θυμήθηκα για άλλη μία φορά τις εικόνες που είχα από αυτόν. Ή, μάλλον, η εικόνα ήταν μία: μούσι και μπερές, με τον κουβά του ψαρέματος γεμάτο σπαροτσιπούρες και λιθρίνια, σουπιές, γλώσσες αλήτισσες, όχι σαν αυτές τις ξενέρωτες που σου σερβίρουν τώρα στα εστιατόρια και τις χρυσοπληρώνεις... Το λάτρευε το ψάρεμα αλλά η υγεία του τώρα δεν το επιτρέπει. Σαν παιδιά είχαμε βαρεθεί να τρώμε ψάρι, όμως εκείνος πήγαινε τρείς φορές την εβδομάδα και γυρνούσε με μυθικές ψαριές. Συχνά έπιανε κάτι χταπόδια που τα πλοκάμια τους ήταν σαν το μπράτσο μου ή λούτσους με συρτή, ή σκορπιούς που κάνουν περίφημη σούπα, ή λαυράκια ή κέφαλους, και τότε ή που τα πουλούσε σε γνωστούς ή τα χάριζε αναλόγως τη συμπάθεια ή τα έψηνε στα κάρβουνα, ή τα τηγανίζαμε. Πάντα τα συνοδεύαμε με πιλάφι και σαλάτα... Οι καλύτερες ψαριές του ήταν όταν έπιασε κάτι λούτσους ίσα με τη γιαγιά μου στο μπόι ( ενάμισι μέτρο, και μάλιστα τους βγάλαμε φωτογραφία δίπλα-δίπλα για επαλήθευση) και όταν είχε πιάσει σαλάχι, το οποίο δε μας άρεσε μαγειρεμένο αλλά ήταν δείγμα μεγάλης μαεστρίας.
  • Μερικές φορές έπαιρνε κι εμάς μαζί του στο ψάρεμα. Βασικά, ποτέ δεν θα ξεχάσω την αίσθηση στο δάχτυλο από το τράβηγμα της πετονιάς όταν τσιμπάει ψάρι, ένα σκίρτημα τόσο ελαφρύ αλλά τόσο ταραγμένο και μετά η αναμονή, να τσιμπήσει καλά, να "πάρει" δλδ να καταπιεί το αγκίστρι, το βάρος του ψαριού που χτυπιέται καθώς το ανεβάζεις... αξέχαστο. Αξέχαστο! Ή όταν έβαζε μπρός τη μηχανή και τότε καθόμουν μπροστά-μπροστά στην πλώρη κι ένιωθα πως ήμουν εγώ που έτρεχα με αφρούς πάνω στα νερά. Ή το άλλο, μία φορά είχαμε πάει μαζί του εγώ και ο αδερφός μου. Ψάρευε ο μπαμπάς στην πλώρη της βάρκας κι εγώ με τον αδερφό μου δεξιά και αριστερά. Κάποια στιγμή νιώθω κάτι βαρύ στην πετονιά, πολύ βαρύτερο από ότι συνήθως. Βάζω τις φωνές "Μπαμπά χταπόδι!" που ήταν για εμένα το επιστέγασμα της ψαρευτικής. Πριν προλάβει ο πατέρας μου να κάνει το οτιδήποτε, βάζει και ο αδερφός μου τις φωνές "Μπαμπά, κι εγώ χταπόδι!". Ο μπαμπάς τότε έπιασε και τις δύο τονιές και άρχισε να γελάει. Είχαμε πιάσει ο ένας την πετονιά του άλλου...
  • Ο μπαμπάς είναι από την Κόνιτσα, βουνίσιος, ορεσίβιος. Τα χρόνια εκείνα οι διασκεδάσεις ήταν διαφορετικές αλλά και οι απαιτήσεις άλλες. Οι αφηγήσεις του για τα παιδικά του χρόνια είναι το καλύτερο διήγημα και ,ειλικρινά, πολλά από αυτά μου φαίνονται υπερβολικά ή απίστευτα. Όπως όταν ήθελαν να κλέψουν κεράσια από κάποιον γείτονα. Περίμεναν τη νύχτα, λέει, για να πάνε κρυφά αλλά μόλις έβαλαν πόδι στα κλαδιά της κερασιάς ακούστηκαν καμπανάκια: ο ιδιοκτήτης της κερασιάς τα είχε κρεμάσει για να αντιλαμβάνεται τους κλέφτες. Την άλλη μέρα, λέει, έβαλαν μία συμμαθήτριά τους να κάνει σχέδιο των κλαριών και πάνω σε αυτό σημείωσαν που ακριβώς βρίσκονταν τα κουδούνια και την επόμενη νύχτα που ξαναπήγαν, αφήσαν τα κλαριά με τα κουδούνια και τα υπόλοιπα τα έκοψαν και τα πήραν μαζί τους για να τα κρύψουν σε καποιανού αποθήκη.
  • Ή, το άλλο, λέει ότι είχαν συνήθειο να κλέβουν κότες από διαφορετικό γείτονα κάθε φορά, μία στο τρίμηνο ας πούμε και να την ψήνουν μόνοι τους για να την φάνε. Κάποτε, αντί για κότες έκλεψαν κουνέλια από το χωράφι της γιαγιάς και μετά έκαναν τον ανήξερο. Ή, στο μπακάλικο που είχαν οικογενειακώς, μπήκε κάποια κυρία ζητώντας φυτίλια για τη λάμπα πετρελαίου και ο μπαμπάς, παιδί ακόμα, έψαξε, βρήκε κάτι στρογγυλά τσιγκάκια (προφυλακτικά) και της τα επούλησε... Ή κάποτε τους άκουσε ο δάσκαλος να βρίζονται (κ*λόπαιδο τον είπε) και τότε έκανε την εξής παρατήρηση (ο δάσκαλος) : "Γιατί αμφισβητείς παιδί μου την δια της ορθής οδού είσοδο του συμμαθητού σου στον κόσμο?". Ειδικά το τελευταίο, δεν ξέρω... τα λέγανε κάτι τέτοια τότε?
  • Κονιτσιώτης ών, ήταν ανεξήγητο το πως έγινε τόσο καλός ψαράς χωρίς να έχει καμμία επαφή με τη θάλασσα μέχρι τα τριάντα του περίπου. Οι υπόλοιποι Πρεβεζιάνοι ψαράδες τον είχαν πολύ άχτι, και όλο τον κατασκόπευαν για να δούνε τα μυστικά του, τις μεριές του και τα δολώματά του. Αυτό που ήξερα εγώ ήταν ένα σημάδι που έβαζε, έλεγε τότε ότι πήγε για ψάρεμα "στο δέντρο". Μία φορά μάλιστα που είχαμε πάει μαζί, μας ακολούθησε ένας γείτονας με το βαρκάκι του και έριξε άγκυρα πολύ κοντά μας για να βλέπει. Ο μπαμπάς τότε μου είπε να κρύβω τα ψάρια που έπιανα και να του τα δίνω για να τα κρύβει μέσα στον κουβά, πολύ ύπουλα. Ψαρεύαμε λοιπόν και ο κύριος Γιώργος (ο γείτονας) ρωτούσε κάθε τόσο πως πάει και αν είχαμε πιάσει τίποτα. "ΜΠάααα, τίποτα!Ούτε λέπι" έλεγε ο μπαμπάς. Έλα όμως που ειδικά εκείνη την ημέρα ακόμα και εγώ που ήμουν μικρή είχα ξεσκιστεί στα δίγκιστρα και στις τσιπούρες! Ο κουβάς μας είχε γεμίσει μέσα στην πρώτη ώρα και αναγκαστήκαμε να τα ρίχνουμε κάτω στο πάτωμα της βάρκας. Ρωτούσε ο γείτονας, τίποτα λέγαμε εμείς και ο μπαμπάς γελούσε κάτω από τα γένια του. Μετά από λίγο, ξαναρωτάει ο γείτονας τί είχαμε κάνει και του λέει ο μπαμπάς "Να, κοίτα" και του δείχνει το χαμό που γινότανε μέσα στη βάρκα μας. Μόλις είδε ο κυρ-Γιώργος το ψαρομάνι, αφηνίασε, σχεδόν κυριολεκτικά. Σε χρόνο ντε-τε, μάζεψε τονιές και άγκυρα και έφυγε, ενώ για τις επόμενες μέρες με πολλή δυσκολία μας έλεγε καλημέρα. Ο μπαμπάς ακόμα γελάει...
  • Αυτό όμως που μου έχει μείνει από τον μπαμπά είναι τα αποφθέγματά του. Όποτε του ζητούσαμε χαρτζηλίκι μας έλεγε πάντα κι απαράλαχτα "Ου καν λάβεις παρά του μή έχοντος". Αν επιμέναμε μας έδινε ένα κατοστάρικο που δεν έφτανε ούτε για ζήτω λέγοντας "Τόσα φτάνουν?" . Εμείς λέγαμε πως δεν έφταναν και έκανε τον έκπληκτο "Τι, κι άλλα?" και έπρεπε να κοπιάσουμε πάρα πολύ για να καταφέρουμε να του αποσπάσουμε το πολυπόθητο πεντακοσάρικο που απαιτούνταν για μία μπύρα και ένα σάντουιτς στον Έλβις τότε, το οποίο μας παραχωρούσε με ένα αξέχαστο και οσκαρικής δραματικότητας "Εσείς θα με πεθάνετε".
  • Ποτέ δεν έβρισε, ποτέ δεν ύψωσε φωνή, ποτέ δε σήκωσε χέρι, ποτέ δεν έπαθε ατύχημα. Πάντα είχε επιχείρημα για να σε αποστομώσει, ποτέ δεν ηττήθηκε στα χαρτιά και στο τάβλι, ψήνει το καλύτερο αρνί και κοκορέτσι και του αρέσει η κρασοπαπάρα, δηλαδή κρασί με ψωμί ή να βάζει λίγο μήλο στο κρασί του. Ποτέ δεν του άρεσαν τα γλυκά εκτός από αυτά του κουταλιού και ποτέ δεν έβαλε στα χείλη του τσάι από φακελάκι παρά μόνο βουνίσιο.
  • Μας έβαζε έναν γρίφο. Ας υποθέσουμε ότι έχουμε ένα ευθύγραμμο τμήμα ΑΒ. Αποδείξατε ότι Α= ΑΒ/2. Η απάντηση ήταν ότι το σημείο Α είναι η αρχή του ευθύγραμμου τμήματος οπότε η αρχή είναι το ήμισι του παντός...

9 σχόλια:

  1. Μόνο όποιος έχει νιώσει την χαρά του ψαρέματος μπορεί να καταλάβει τι αισθανόταν ο πατέρας σου !
    Περαστικά του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ αθεόφοβε.
    Αν δεν με είχε πάρει μαζί του μερικές φορές, δεν θα είχα ιδέα. Μου έλεγε ότι του άρεσε η ησυχία κι εγώ νόμιζα ότι ήθελε να μείνει με τις σκέψεις του, αλλά τελικά όταν ψαρεύεις δε σκέφτεσαι τίποτα εκτός από το ψάρι και πως να το πιάσεις.
    Τώρα ασχολείται με τον κήπο του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ενάμισι μέτρο;;;
    Κομματάκι κοντή η γιαγιά σου!!!

    :ppp

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. καλημερα γειτονισα και καλο μηνα η καλυτερη στιγμη στο ψαρεμα για μενα ειναι το πρωι που ανατελει ο ηλιος και εχω τελειωση τη δουλεια μου και πινω καφεδακι στη πρυμη με τους γλαρους που ακολουθουν το καικι κατα τα αλλα ουτε που θελω να ακουω για ψαρεμα ..περαστικα στον πατερα σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Να γίνει καλά και να τον χαίρεσαι όσο ακόμα τον έχεις...
    Ωραίες ιστορίες..
    Διέκρινα την κλασική για ελλην.επαρχία-και όχι μόνο-επιφυλακτικότητα του πατέρα σου απέναντι στον φθόνο των γειτόνων και γνωστών.Τι κατάρα και αυτή ρε παιδί μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Γιώργο, ευχαριστώ. Είναι ήδη καλύτερα.
    Καθένας με τις προτιμήσεις του. Άλλος ψάρεμα, άλλος αγνάντεμα...

    τετράγωνε
    ακριβώς έτσι είναι ακόμα. Και οι νοικοκυρές κρύβουν τις συνταγές τους ή κανένα σπάνιο μοτίβο στο βελονάκι...
    Η πρόοδος εδώ στην Πρέβεζα αφορά μόνο τον καφέ: μάθαμε και το φρεντοτσίνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Να τον χαίρεσαι και περαστικά του εύχομαι :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Βράζει το καζάνι!